Προσωπικά δεδομένα …

56ο

Και καθώς ο χρόνος διαβαίνει,
έτσι που οι εποχές, τηρούν πιστά τη διαδοχή τους
μένει να μαζεύονται οι εικόνες
εκεί, στις άκριες του μυαλού
και να τα σιγολένε.

Το ξέρουν ότι σύντομα θα κιτρινίσουν κι αυτές
κι αν όχι, πάντως σίγουρα
θα χάσουν τη λάμψη τους.
Νόμος είναι.
Νόμος όχι από τους συνηθισμένους· τους ανθρώπινους.
Από τους άλλους
Από αυτούς που πειθαρχούν άνθρωποι και θεοί.
Που δεν μπορείς καν να σκεφτείς
ότι δεν θα λειτουργήσουν.

Τα σιγολένε, γιατί ξέρουν ότι
πάνω τους θα χτίσουν οι άνθρωποι
όνειρα· κι επιθυμίες· και πορείες
για ταξίδια μακρινά.

Και καθώς ο χρόνος διαβαίνει
όλο και κοντοστέκεσαι μη και τον ξορκίσεις
το βήμα να κοντύνει και αυτός
και να σε περιμένει
να πάρεις μια ακόμα ανάσα
ακούγοντας ήχους του καλοκαιριού
και μυρουδιές από τη γλύκα της θαλάσσης.

55o

Πόσο μεγάλη η λεωφόρος· πόσος κόσμος περνάει καθημερινά από εδώ.
Βιαστικοί, αργόσχολοι, χασομέρηδες, άνθρωποι εργατικοί, άνθρωποι πλούσιοι, ζητιάνοι των φαναριών, μεροκαματιάρηδες, χαρούμενοι επιβάτες γρήγορων οχημάτων, στριμωγμένοι από την κρίση χαμένοι στις σκέψεις τους· μερικοί που μπορούν και απολαμβάνουν ακόμα την αγκαλιά της θάλασσας, ίσως για πρώτη φορά στη ζωή τους Σεπτέμβρη μήνα…

Το κόκκινο το βλέπεις από μακριά. Το πόδι περνάει απαλά στο φρένο. Το όχημα υπακούει στην εντολή και στέκεται ήσυχο στη θέση του.
Λιγόλεπτη αναμονή έως ότου δοθεί το σύνθημα της συνέχισης
Από το ραδιόφωνο ακούγονται τραγούδια της εποχής.
«Πόσο πολύ σ’ αγάπησα,» μόλις τελείωσε για να συνεχίσει «η επιμονή σου».
Το χέρι γυρίζει το κουμπί της έντασης.
Η μελωδία πλημμυρίζει τον χώρο.

-Κοίτα τούτη την πολυκατοικία στη γωνία. Τα πάνω διαμερίσματα είναι προνομιούχα. Τίποτα δεν μπορεί να περιορίσει τη θέα τους προς τη θάλασσα.
-Κι αυτό εδώ, στην άλλη μεριά του δρόμιου, που παλιά ήταν εστιατόριο. Αποτυχημένη επένδυση, αλλά, αυτό δεν μειώνει τα πλεονεκτήματα της θέσης του…
Τα βλέμματα περίεργα και λίγο αδιάφορα, μαζεύουν εικόνες του δρόμου και της περιοχής.

Στο μπαλκόνι της πρώτης πολυκατοικίας, η μοναχική ηλικιωμένη κυρία, μοιάζει να μετράει τον κόσμο στα πόδια της.
Πόσο μικρός να της φαίνεται; Και πόσο άγνωστος;
Να ψάχνει κάτι; Έτσι όπως κοιτάζει αυτή κάτι τέτοιο δείχνει… Το ρητορικό ερώτημα και η απάντηση που γεμίζουν τη σκέψη σου.
Τα βλέμματα συναντιώνται.
Ξάφνιασμα αυτό που διέκρινες; Δεν θα το έλεγες.
Μάλλον λάμψη χαράς, σου φάνηκε ότι ήταν αυτό που είδες
να στολίζει τα κουρασμένα μάτια.

Τα χαμόγελα αμοιβαία. Ταυτόχρονο και ένα γνέψιμο καλημέρας.
Νέο χαμόγελο και από τις δύο πλευρές, φωτίζει τα πρόσωπα.

Οι ρόδες κυλάνε αργά, το φανάρι αλλάζει χρώμα.
Πράσινο· ώρα να συνεχίσεις το δρόμο.
Ο λεβιές των ταχυτήτων κομπλάρει στην πρώτη.
Το βλέμμα στρέφεται προς το μπαλκόνι.

«Καλό δρόμο» εύχονται τα μάτια του μπαλκονιού. «Και να προσέχετε», νιώθεις να συλλαβίζουν τρυφερά τα άγνωστα χείλη.
Και μετά η αναπάντεχη κίνηση!
Το λιπόσαρκο χέρι της κυρίας, με ενωνένους τον αντίχειρα τον δείκτη και τον μέσο -το βλέπεις καθαρά αυτό- σηκώνεται και σχηματίζει στον αέρα το σημείο του σταυρού.
«Ο Θεός να σας προστατεύει», είσαι σίγουρος πως ακούς.

Το όχημα παίρνει τη θέση του στη μεγάλη λεωφόρο· η αγαλλίαση τη δικής της θέση στο μέρος της καρδιάς.

Πόσο μεγάλο δώρο κι αντίδωρο μαζί, για το γνέψιμο μιας απλής καλημέρας.

Να είστε καλά γλυκιά μου άγνωστη Κυρία.
Να είστε πάντα καλά.
Ευχαριστώ!


54ο

Σκέφτηκες πως αυτή θα ήταν μια καλή εικόνα
για να συνοδέψει τον αριθμό της μέρας.

Μετά, δεν ξέρεις τι έγινε μετά
Η έμπνευση πάντως σ´ εγκατέλειψε.
Έμεινε να αποφασίζει, αν θα κάνει στροφή επιτόπου
ή θα προχωρήσει λίγα μέτρα πιο κάτω·
στην υπόγεια διάβαση.

Το έχεις προσέξει; Τούτη η διάβαση
θα μπορούσε να είναι και η κοίτη ενός ξεροπόταμου.
Έτσι δεν ήταν στο ρέμα της Αγίας Κυριακής;
Κι αν δεν ήταν -που σίγουρα δεν ήταν-
έτσι φάνταζε στα παιδικά σου μάτια
Τότε που πρωτοπήγες σε κείνο το σχολείο,
λίγα τετράγωνα πιο πάνω από το σπίτι.

Θυμάσαι; Έδωσες κι εξετάσεις για να πας εκεί!
Από τη Βου στη Γάμμα του Δημοτικού
Πόσο κάνει τρία επί δώδεκα; Είχες ρωτήσει προβοκατόρικα τον Πέτρο.
Τον Διευθυντή τον λέγαν Κουφογιάννη.
Την πρώτη σου δασκάλα,
σε κείνο το σχολείο,
τη λέγαν κυρά Λίτσα.
Έτσι με το μικρό· και το κυρά.
Γιατί όχι, τάχατες, κυρία;

Τούτη η φυλλωσιά που κρύβει το στερέωμα
ή έστω προσπαθεί να το καλύψει
μοιάζει άκρια από κλαδί βασιλικού
-Πόση φαντασία πρέπει νάχεις,
για να κάμεις τέτοιες συσχετίσεις;-
Σαν κι αυτό που θα κρατάει στο χέρι ο παπάς
για να αγιάσει τα παιδιά πρώτη μέρα σήμερα,
στις τάξεις των σχολείων.

Λες αυτό να σκέφτηκες νωρίτερα
όταν σκόπευες ψηλά στον ουρανό;
Νάν´ αυτή η χαμένη έμπνευσή σου;
Ποιος ξέρει τάχα να σου πει…
Αλήθεια που πηγαίνουν οι εμπνεύσεις σαν χαθούν;
Τούτο; ξέρει να στο πει κανείς;

51ο

Το καλοκαίρι καλά κρατεί
ακόμα·
κι ας λέει το ημερολόγιο Σεπτέμβρης.

Στα βράχια μικροί λιοκαμένοι εξερευνητές
χτίζουν φανταστικούς κι αληθινούς
κόσμους μυστηρίου.
Τα άλλα, τα μεγάλα μυστήρια, είναι για τους άλλους·
τους μεγάλους.
Όχι ότι κι αυτοί -οι άλλοι, οι μέγαλοι- μπορούνε να τα ξεδιαλύνουν.
Άλλωστε το ξέρουν οι μικροί ομόλογοί τους:
όσο οι μεγάλοι ψάχνουν, τόσο το κουβάρι τους μπερδεύεται.
Μπορεί και να τους αρέσει έτσι μπερδεμένο·
των άλλων, των μεγάλων, ντε.

Εκείνοι όμως, δεν ανησυχούν.
Ούτε και που βιάζονται.
Έχουν καιρό ώσπου ναρθεί η σειρά τους
να εμπλακούν
στο μπλέξιμο των κουβαριών·
τώρα τους αρκεί να ψάχνουνε
καβούρια και καβουρομάνες
κρυμμένες ανάμεσα στις πέτρες.

Και την άκρια του καλοκαιριού
ασυναίσθητα αναζητούν.
Κάπου εκεί, ανάμεσα στα βράχια, λέει,
έχει πάει να κρυφτεί·
κι αυτή.
Τουλάχιστον να την ανακαλύψουν πρώτοι,
πριν τηνε βρουν οι μεγάλοι.

Βλέπεις, το καλοκαίρι, είναι ό,τι έχει απομείνει
στα παιδιά για να μένουν πάντα παιδιά.
Κι ας λένε ή καμώνται ότι τάχα
βιάζονται να μεγαλώσουν..

50ον!

Κοίτα να δεις πώς κύλησεν ο καιρός.
Άλλαξαν όλα.
Το φως της ημέρας πρώτα πρώτα.
Και τα χρώματα.
Και οι άνθρωποι της ακρογιαλιάς.
Λιγόστεψαν.
Είναι πλέον η ώρα τού «ειδικού πληθυσμού».

Πέρα στο βάθος φάνηκαν ξανά τα ξεχασμένα βουνά.
Όχι, δεν είχαν φύγει· πού να πάνε άλλωστε;
Ήρθαν όμως μπροστά.
Μαζί και κάτι σύννεφα. Λες να φέρουνε βροχή;
Όταν γεμίζει η Κούλουρη, θα βρέξει, λέγαν οι παλιοί.
Να άλλαξε τώρα κι αυτό;

Ο κύκλος κλείνει πια
σιγά σιγά.
Πάντα ο κύκλος κλείνει.
Είναι άλλο αν αυτό γίνεται γρήγορα
ή αργά.
Είναι θέμα ακτίνας!
Και γωνιακής ταχύτητας.
Ή μήπως γραμμικής;

Κοίτα να δεις πώς κύλησεν ο καιρός.
Πήρε μαζί του και εκείνες τις μικρές πληροφορίες
που σώρευες
ή μόνες τους σωρεύονταν;
Κι έμεινες να τα μαζεύεις· όσα απομείναν.
Περιμένοντας να φτάσει κι’ η σειρά σου.

Είσαι του ειδικού πληθυσμού
κι εσύ!

49ο

Φεύγει ο χρόνος.
Τρέχει.
Ασταμάτητος
Κι εσύ;
Με τέτοια προβλήματα στα πόδια,
εσύ
πώς να τον ακολουθήσεις;

Ή αυτό είναι δικαιολογία,
μήπως και τον καταφέρεις
να σε ξεχάσει πίσω;

44ον

Πόσο μακριά να φτάσεις πια;
Και πριν από σένα, πόσοι άλλοι ήταν εκεί;
Πόσοι, λες, ότι θα έρθουν;

Είναι ώρα αυτή να κάνεις υπολογισμούς;
Τι θα κερδίσεις;

Κράτα τη στιγμή σαν μια ανάσα.
Αυτό θα σου φανεί πιο χρήσιμο στο μέλλον.
Όσο από αυτό έχεις καπαρώσει…

Φεβρουαρίου 2017
Δ T Τ T Π S S
« Σεπτ.    
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
2728  

Για όσους θα ήθελαν να ..

ok

wordpress analytics