Προστάτης
Δημοσιεύθηκε από Sotiris K. στο Μάρτιος 22, 2007
-Δηλαδή γιατρέ;
Η ερώτηση έμεινε να αιωρείται κομμένη στη μέση. Ούτε να την ακούσει να διατυπώνεται ολόκληρη, μήτε να φτάσει στα αυτιά της ο φόβος που περιείχε, άντεχε.
Τα μεγάλα γκριζοπράσινα μάτια, στολισμένα από τις γραμμές της αγωνίας και των χρόνων αναμονής, είχαν καρφωθεί στο πρόσωπο του γιατρού.
Περίμεναν τα χείλη να ανοίξουν και τους παλμούς των ήχων να φέρουν χαρμόσυνο μήνυμα. Για την ακρίβεια να μην σπρώξουν κατά επάνω της το θλιβερό άκουσμα. Και έτσι θα ήταν ευχαριστημένη.
Δεν άντεχε άλλο. Δεν θα άντεχε άλλο ένα εμπόδιο άλλο ένα πρόβλημα. Βουνό είχα γίνει οι πίκρες και τα προβλήματα όλα ετούτα τα χρόνια.
Βουνό που το σκαρφάλωνε με χέρια και με πόδια, χρόνια τώρα, μοναχή της.
Δέκα χρόνια.
Δέκα χρόνια νωρίτερα.
Το συνέδριο είχε ορισθεί στο παραθαλάσσιο ξενοδοχείο, σε εκείνο το καλοκαιρινό θέρετρο.
Απρίλης μήνας ήταν.
-Τι να κάνουμε εμείς εκεί, είχε πει στη συνάδελφό που τής πρότεινε να δηλώσουν κι αυτές συμμετοχή. Μα να πάμε να ξεπατωθούμε στη δουλειά; Δεν μας φτάνει η ξινίλα όλων ετούτων που όταν έρχονται στο γραφείο μας, και το παίζουν Δον Ζουάν οι λιγούρηδες; Έχουν καβαλήσει όλοι τους το καλάμι της εξουσίας και νομίζουν ότι θα μοιάσουν στον αρχηγό τους, αντιγράφοντάς τον σε όλα, οι μαλάκες.
Την είχε πιάσει ο οίστρος της και μαζί άνοιξε κι ο ασκός των πολιτικών της διαφωνιών.
Από αριστερή οικογένεια που είχε υποστεί τα πάνδεινα μετά τον εμφύλιο, είχε θυμώσει όταν ο πατέρας της πέρασε στις τάξεις των κυβερνητικών της αλλαγής.
-Τι θέλουμε εμείς μ’ αυτούς ρε πατέρα; Επιβήτορες της εξουσίας θα είναι και αυτοί, του είχε πει όταν τον άκουσε να χαιρετίζει τον άνεμο της αλλαγής που επαγγελλόταν η νέα κατάσταση.
-Εμείς, εσύ ρε πατέρα, μάτωσες στα βουνά και φύλαξες την εξορία για ένα καλύτερο κόσμο. Τι σχέση έχεις με αυτούς;
Τα επιχειρήματα και οι δικαιολογίες του πατέρα της, συνάντησαν τοίχο, όσα δεν έπεσαν απευθείας στο κενό.
Εκείνη αγύριστο κεφάλι, έμενε να κοιτάζει από μακριά και να γκρινιάζει κάθε φορά που ο πατέρας της έμπαινε στο σπίτι ενθουσιασμένος να αναγγείλει τα νέα μέτρα που είχε πάρει η Κυβέρνηση και προσωπικά ο Πρόεδρός της, για να ελαφρύνει τα βάρη, που χρόνια τώρα είχαν φορτώσει οι προηγούμενες κυβερνήσεις στην πλάτη του λαού.
-Ανοησίες και λαϊκισμοί, ήταν ο χαρακτηρισμός με τον οποίο του έκοβε τη διάθεση για παραπέρα πανηγυρισμούς και υμνολόγια.
Όταν μετά που πήρε το πτυχίο της-και μόνο εκείνη ήξερε με τι αγώνα κατάφερε να τελειώσει τις σπουδές της-άρχισε να χτυπάει πόρτες για δουλειά, οι απαγοητεύσεις έρχονταν η μια μετά την άλλη.
Πιο πολλές και από τις ερωτικές.
Γιατί και εκεί, στον έρωτα, τα πράγματα δε ήταν ποτέ καλά. Βλέπεις, η φοβία της στην αρχή όταν κορίτσι από το χωριό βρέθηκε στην πόλη, το κόμπλεξ που είναι η αλήθεια ότι ένοιωθε λόγω της βαριάς προφοράς της, η έλλειψη αυτοπεποίθησης παρόλο που η ομορφιά της δεν περνούσε απαρατήρητη, κάθε άλλο, όλα αυτά μαζί την κράτησαν μακριά από τις χαρές του έρωτα και της ανεμελιάς της προσωπικής ζωής.
Τώρα όμως το πρόβλημά της ήταν ακόμα πιο μεγάλο.
Ανεργία.
Αυτή η λέξη τα έλεγε όλα.
Χρειάστηκε να ζητήσει τη βοήθεια του σπιτιού, του πατέρα δηλαδή, για να φέξει λίγο φως στο σκοτάδι της απελπισίας, που είχε αρχίσει να την κυριεύει.
Ναι πήρε τα “βρεγμένα” της και πήγε. Με σκυμμένο το κεφάλι.
Ντρεπόταν να αντικρίσει το θριαμβευτικό βλέμμα του πατέρα που σίγουρα θα μεταφραζόταν σε: “τα είδες που στα έλεγα;”.
Ευτυχώς. Εκείνος όχι μόνο την στήριξε, όχι μόνον δεν την ειρωνεύτηκε, αλλά αντίθετα δεν έκρυψε και το θυμό του και τη δική του απαγοήτευση για το ότι, παρά τους αέρηδες της αλλαγής, τα παλιά σκουπίδια με καινούργια περικαλύμματα παρέμεναν σταθερά στις θέσεις τους.
Οι καυγάδες με τους τοπικούς παράγοντες και τα κεντρικά, έφεραν αποτέλεσμα.
Επιτέλους ήρθε ο πολυπόθητος διορισμός. Τέρμα η ανεργία.
Θα μπορούσε να κάνει πάλι όνειρα.
Τώρα θα μου πεις μια θέση στο δημόσιο μπορεί να είναι, ή να γίνει, όνειρο μιας ζωής; Άδικο δεν είναι το ισοζύγιο;
Πόσα όνειρα μπορεί να χωρέσει μια τέτοια θέση και πόσα όνειρα θα χρειαστεί να πνίξει;
Όταν όμως οι πόρτες είναι κλειδαμπαρωμένες, όταν τα παιχνίδια της εξουσίας και της πολιτικής χρησιμοποιούν σαν αναλώσιμα τις προσδοκίες και τις φιλοδοξίες των νέων, τότε η επιλογή του βολέματος μοιάζει να είναι μονόδρομος.
Η θέση του διορισμού μακριά από το σπίτι. Μακριά και από τα μεγάλα αστικά κέντρα. Στα όρη και τα βουνά. Σαν τον απήγανο, είχε σκεφτεί όταν έφτασε το διοριστήριο στα χέρια της και είδε το πού έπρεπε να παρουσιαστεί.
-Μα καλά το έκανε που το έκανε το καλό ο άνθρωπος, ρίξαμε που ρίξαμε τα μούτρα μας, ήταν ανάγκη να πρέπει να πάω να φυλάξω ραχούλες; Γιατί το έκανε, για να πάω πάλι παρακαλώντας;
Το παράπονό της δεν το τόλμησε μήτε στον πατέρα της, μόνο μέσα της το ανασκάλευε όπως πάντα συμβαίνει μετά τις πρώτες χαρές και αφού καταλαγιάζει ο πυρετός και η έξαψη από τη δρομολόγηση των νέων συνθηκών ζωής.
Ευτυχώς, να και μια φορά που η καλή της μοίρα ήταν ξύπνια. Έτυχε να ζητάνε προσωπικό για να επανδρώσει λέει τα κεντρικά του οργανισμού.
-Γιατί να επανδρώσει δηλαδή; Γυναίκες, θηλυκά, δεν τους κάνουν; Είχε προσπαθήσει να κάνει χιούμορ.
Επάνδρωση, στελέχωση ό,τι και να ήταν, η νέα παρέμβαση τελεσφόρησε και ήρθε η απόσπαση.
Δεν μπορούσε να πει ότι λυπήθηκε για την μετακίνησή της αυτή.
Ούτε και ότι πέταξε από τη χαρά της, αφού η απόσπαση δεν έλυνα οριστικά το πρόβλημα. Άλλο απόσπαση και άλλο μετάθεση, αλλά από το τίποτα…
Η ζωή στην πόλη δεν τής ήταν άγνωστη. Στη περίοδο των σπουδών της την είχε γευτεί.
Βέβαια οι σπουδές της έγιναν σε άλλη πόλη και αυτό σήμαινε ότι τώρα θα έπρεπε να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα.
Το μικρό διαμέρισμα που νοίκιασε κοντά στην καινούργια της θέση τής πρόσφερε ζεστασιά και έγινε συνάμα ο μοναδικός θεατής της πλημμύρας των δακρύων που συχνά πυκνά συνόδευαν τις σκέψεις και τις ανασφάλειές της.
Στέριωσε. Συνήθισε τη μοναξιά της μεγάλης πόλης και τους ήχους της και τη βουή της.
Μπήκε στους ρυθμούς της νέας της θέσης. Μπορεί η προφορά της να παρέμενε αντικείμενο σχολιασμού όχι πάντα καλοπροαίρετο, όμως η γνώση τριών ξένων γλωσσών την έκανε περιζήτητη τουλάχιστον υπηρεσιακά.
Γρήγορα και τα αρσενικά άρχισαν να την βάζουν στο στόχαστρό τους. Άλλωστε κι εκείνη γρήγορα έμαθε να κρύβει τις ανασφάλειές της και να προβάλλει τη χαρούμενη πλευρά του εαυτού της, πράγμα που δεν περνούσε καθόλου απαρατήρητο.
Ο Παναγιώτης ήταν παντρεμένος.
Ώριμος, εκεί γύρω στα σαράντα, με γκιζογάλανα μάτια, ψηλός με έντονη προσωπικότητα και μεγάλη αυτοπεποίθηση.
Μέλος της παρέας των καλαμοκαβαλικευόντων λόγω νοοτροπίας και πολιτικής συγκυρίας, αρχηγός σχεδόν, είχε τις επιτυχίες ανάμεσα σε όλο το γυναικείο πληθυσμό που … επάνδρωνε τα γραφεία της κεντρικής υπηρεσίας.
Ξέρεις πώς είναι αυτά.
Όλες τον σχολίαζαν και τον κακολογούσαν αλλά αναστέναζαν κρυφά -μερικές στα φανερά- στο πέρασμά του.
Τι κι αν τον χαιρόταν επισήμως άλλη; Έτσι κι αλλιώς αυτή η άλλη δεν ήταν εκεί κοντά. Συνεπώς, δικαίωμα στο όνειρα για μια περιπέτεια μαζί του είχαν όλες. Και μερικές, λεγόταν ότι το είχαν ήδη εξαργυρώσει.
Το ότι την προσέγγισε με τη διακριτικότητα του αλαζονικού σαρκοβόρου, δεν ήξερε αν την κολάκεψε ή την φόβισε.
Ούτε μπορούσε να καταλάβει αν την κολάκευαν τα κουτσομπολιά από τις άσπονδες φίλες της, που έδιναν και έπαιρναν πίσω από την πλάτη της.
Το κυριότερο, δεν ήξερε, δεν θυμόταν πότε ακριβώς η καρδιά της άρχισε να χτυπάει διαφορετικά κάθε που τον συναντούσε τυχαία στους διαδρόμους, ή στο άκουσμα του ήχου της φωνής του στο τηλέφωνο.
Δεν μπορούσε να θυμηθεί πότε άρχισε να σκιρτάει η καρδιά μέσα στα στήθη στο αντίκρυσμα του ευθυτενούς κορμιού, πότε το σκίρτημα έγινε κλωτσιά μέσα στα στήθια, πότε άρχισε να βγαίνει ο αναστεναγμός βαθιά απ’ τα φυλλοκάρδια.
Αλλά και τι σημασία είχε ο χρόνος; Τα γεγονότα είναι που μετράνε.
Όλα πήραν το δρόμο τους σ’ εκείνο το συνέδριο στο παραθαλάσσιο θέρετρο. Δέκα χρόνια νωρίτερα.
Η συνάδελφός της και πιο κοντινή να θεωρηθεί φίλη της, τήν είχε πιέσει πολύ να πάνε μαζί. Το επιχείρημα ότι θα ήταν και ο Παναγιώτης εκεί, δε ήξερε αν συνηγορούσε υπέρ της κατάφασης ή της άρνησης.
Φοβόταν, ήξερε, διαισθανόταν..
Μα τι δουλειά έχει αυτή με έναν παντρεμένο. Τι να κάνει; Πώς να αφήσει την καρδιά ελεύθερη να αγαπήσει;
Σιγά που η καρδιά ρωτάει δηλαδή σ’ αυτές τις περιπτώσεις.
Πάντως την παραμονή της έναρξης του συνεδρίου, είχε ήδη καταλύσει στο δωμάτιο 104 του ξενοδοχείου και μετείχε στις διαδικασίες της τελευταίας στιγμής, ώστε την επομένη να είναι όλα τέλεια.
Από τη θέση της υποστήριξης των εργασιών της γραμματείας, θα είχε τη δυνατότητα να παρακολουθεί τα τεκταινόμενα, αλλά και θα απολάμβανε κάποιους βαθμούς ελευθερίας.
Τι να κουράζει το μυαλό της τώρα με τα όσα έγιναν και το πώς έγιναν;
Ο παρθενικός υμένας διεράγει εκεί λίγο μετά τα τριακοστά της γενέθλια.
Από εκείνον.
Εκείνη την ημέρα.
Την πρώτη κιόλας ημέρα και ενώ οι εισηγητές ανέλυαν τις εργασίες τους από το βήμα του συνεδρίου, ο Παναγιώτης, ο Παναγιώτης ΤΗΣ, κατέβηκε από το προεδρείο και της χαμογέλασε καθώς περνούσε μπροστά από το τραπεζάκι που ήταν εγκατεστημένη.
Οι φόβοι της πρώτης επαφής πνίγηκαν από τη γλύκα των αναστεναγμών.
Η θυσία του υμένα προσφορά να στεριώσει το ποθούμενο.
Η απόλαυση του τσιγάρου, κάλυμμα για τα δάκρυα και το αναίτιο τρέμουλο του κορμιού.
Το τριήμερο στο συνέδριο κύλησε σαν όνειρο. Σαν παραμύθι.
Η ωραία κοιμωμένη που ξύπνησε από το αρχοντόπουλο.
Ίδια και απαράλλαχτα με το παραμύθι. Δηλαδή όχι ακριβώς και απαράλλαχτα, γιατί αυτό το αρχοντόπουλο δεν ήταν από βασιλική γενιά. Ούτε ίππευε άλογο. Σε καλάμι ήταν ανεβασμένο. Και δεν ήταν γιος του βασιλιά και της βασίλισσας. Ο ίδιος είχε παιδιά, με τη δική του -κάτι σαν- βασίλισσα.
Μα τι ήθελε η τρελή, αφού τα ήξερε όλα αυτά; Και το ότι της είπε από την αρχή σχεδόν, πως είχε προβλήματα με το σπίτι του, δεν άλλαζε και πολύ τα πράγματα.
Ήταν κατηγορηματικός.
Ναι, είχε προβλήματα επικοινωνίας με τη γυναίκα του, ναι η ζωή του στο σπίτι ήταν μια αβίωτη μονοτονία, ναι πολλές φορές ένοιωθε το περιβάλλον εκεί εχθρικό έτοιμο να τον κατασπαράξει και να τον πνίξει, αλλά, παρόλα αυτά, δεν σκόπευε να χωρίσει.
Ένιωθε, είπε, ακόμα υποχρεωμένος απέναντι στη νόμιμη σύντροφό του. Την είχε παντρευτεί όχι ακριβώς από έρωτα, αλλά μετά από έρωτα.
Όταν εκείνη του είχε ανακοινώσει ότι ήταν έγκυος δεν δίστασε ούτε στιγμή. Τη ζήτησε σε γάμο. Είχε μάθει να αναλαμβάνει την ευθύνη των πράξεών του και να μην κάνει πίσω. Φυσικά το διώροφο σπίτι που πήρε προίκα, τους έλυσε αρκετά από τα προβλήματα, που πιθανόν να αντιμετώπιζαν στο ξεκίνημα του έγγαμου βίου του.
Της τα είχε πει όλα αυτά. Της τα είπε από την αρχή.
Το τριήμερο του συνεδρίου, ήταν ένα τριήμερο πρωτόγνωρης για αυτήν απόλαυσης, φόβου, αλλά και εξομολογήσεων.
Δεν μπορεί να το αρνηθεί. Της είχε περιγράψει από την αρχή όλη την κατάσταση.
Όχι ότι κι αν δε της τα είχε πει, θα άλλαζε κάτι.
Ο έρωτας, όταν χτυπάει, φροντίζει να νεκρώνει το κέντρο της λογικής ανάλυσης.
Ό,τι και να της έλεγε ήταν δεκτό εκ προοιμίου.
Της αρκούσε που ήταν δίπλα του.
Τον άγγιζε και την άγγιζε. Άκουγε τη φωνή του και γευόταν την αλμύρα του κορμιού του. Της αρκούσε που οι κρυφές της φαντασιώσεις, είχαν βγει στην επιφάνεια και την είχαν παρασύρει στον τρελό χορό τους.
Η επιστροφή στα καθημερινά δεν ήταν ακριβώς επιστροφή.
Έναρξη ήταν. Αρχή μιας καινούργιας ζωής.
Τα λουλούδια, οι πεταλούδες, οι ανθισμένοι κήποι, τα καταπράσινα μονοπάτια, οι θεσπέσιες μουσικές, έστησαν ένα μυστικό περιβάλλον της καθημερινής της πορείας.
Οι σκέψεις για το αύριο, σταματούσαν στο ερώτημα: Πότε θα τον ξαναδώ;
Το μικρό της διαμερισματάκι φωτιζόταν από την σχεδόν καθημερινή παρουσία του άντρα.
Του άντρα των ονείρων της.
Του ονείρου που ζούσε.
Τα πρώτα μαύρα σύννεφα, φτάσανε πάνω από τη φωλιά τους και κρύψανε τον ήλιο μέσα στην καρδιά της, τον Αύγουστο.
Με την καλοκαιρινή άδεια.
Λογικό ήταν.
Θα έφευγε αυτός οικογενειακώς για διακοπές στο εξοχικό που είχε πάρει προίκα.
Και αυτή; Τι θα έκανε μόνη της στην έρημη πόλη;
Να γυρίσει στους δικούς της, δεν ήταν αυτό που επιθυμούσε.
Ούτε τα κλεφτά τηλεφωνήματά του, μπορούσαν να την κάνουν να νοιώσει ότι τον έχει δίπλα της, ότι θα μπορούσε να τον χαρεί μέσα της.
Αλλά και πώς να του ζητήσει κάτι άλλο;
Η θλίψη έγινε κλάμα. Καθημερινό. Μονότονο.
Κι αναστεναγμός βαθύς.
Αχ θεέ μου τι να κάνω;
Ναι δεν μπορούσε να σκεφτεί τον εαυτό της μακριά του.
Δεν μπορούσε να δεχτεί να τον μοιράζεται.
Ζωή που τη μοιράζεσαι είναι ζωή κλεμμένη, τραγουδούσε τις ώρες της μοναξιάς και το δάκρυ κυλούσε κορόμηλο.
Αλλά τι να μοιράζεται αφού η λογική τής έλεγε ότι εκείνη δεν είχε τίποτα. Από αλλού έπαιρνε.
Ποιος είπε ότι τα ρολόγια μετράνε τον πραγματικό χρόνο. Η καρδιά τον μετράει. Και η καρδιά δεν ξέρει από υποδιαιρέσεις σε ώρες, λεπτά δευτερόλεπτα.
Αιώνες και στιγμές μόνο ξέρει να μετράει.
Κι εκείνος ο Αύγουστος ήταν πολλοί αιώνες μαζί.
Το Φθινόπωρο που μπήκε στέγνωσε τα δάκρυα.
Για λίγο όμως.
Τα σύννεφα τ’ Αυγούστου, λες και είχαν καρφωθεί μέσα στην καρδιά και το μυαλό της.
Τις στιγμές που γλύκαινε η ψυχή της, καθώς οι αισθήσεις απολάμβαναν τις μυρουδιές των σεντονιών που έως πριν από λίγο είχαν σκεπάσει τον έρωτά τους, εκείνες τις στιγμές τα μαύρα σύννεφα τ’ Αυγούστου, βρίσκανε πρόσφορο έδαφος να κάνουν την επανεμφάνισή τους.
Το δάκρυ στα μάτια γυάλιζε, το κορμί πονούσε από τον πόθο, μα πιο πολύ πονούσε η καρδιά για το ολόδικό της που κάθε ημέρα έχανε.
Τα αδιέξοδα τα έβλεπε μπροστά της καθημερινά. Κάθε που η λογική ξαπόσταινε από τον καυγά της με τον έρωτα.
Γρήγορα όμως ο έρωτας ξαπόσταινε κι αυτός κι ήταν παρών.
Ορμητικά.
Ο καιρός περνούσε.
Ήρθαν χειμώνες καλοκαίρια και μαζί καυγάδες, και πρόσκαιροι ευτυχώς χωρισμοί, και συνευρέσεις μετά τους χωρισμούς, με πιο μεγάλη δύναμη και πάθος.
Σ’ έναν από τους πρόσκαιρους ευτυχώς χωρισμούς, το πήρε απόφαση.
Μια νέα σχέση, ένα άλλο πρόσωπο, θα ήταν η λύση.
Βρέθηκε το πρόσωπο. Η προσπάθεια έγινε. Φιλότιμα.
Δεν ευδοκίμησε.
Πώς να ευδοκιμήσει ο έρωτας που πάει να ριζώσει πάνω σε άλλο έρωτα;
Οι συγκρίσεις ήταν αναπόφευκτες. Η ήττα του καινούργιου καταφανής. Και εκ προοιμίου.
Ο ανεκπλήρωτος έρωτας, το ανικανοποίητο της κτήσης, η αδυναμία φυγής, το έβλεπε το ένοιωθε το ζούσε, την αρρώσταιναν, τη ρίχνανε όλο και πιο βαθιά στο πηγάδι της θλίψης και του μαρασμού.
Το ποτό δεν ήταν λύση, αλλά το δοκίμασε.
Πίτα έγινε και το δάκρυ ποτάμι καθώς με το μπουκάλι στο χέρι χόρεψε το βαρύ ζεϊμπέκικο στην εκδήλωση που πάλι βρέθηκαν μαζί.
Δεν θυμάται γιατί την χειροκρότησαν στο τέλος. Για το χορό ή την τόλμη της.
Θυμάται όμως πώς άρχιζε και πώς τελείωνε η ημέρα. Κάθε ημέρα. Πολύ καιρό.
Δεν είναι ζωή αυτή.
Τι περιμένω;
Η καθημερινή της προσευχή τα πρωινά πριν ξεκινήσει.
Τον θέλω πολύ θεέ μου, έστω και έτσι μην μου τον στερήσεις.
Το βράδυ πριν να πάει να κοιμηθεί μονάχη.
Και είναι τα χρόνια που περνούν είναι η ζωή που κυλάει, τα γεγονότα που τρέχουν, οι πολιτικές που ανατρέπονται, τα μαλλιά που αλλάζουν χρώμα, οι ρυτίδες που σκάβουν το πρόσωπο.
Είναι η ψυχή που αποκαμωμένη ζητάει να φύγει μα δεν μπορεί τις αλυσίδες να σπάσει.
Μπορεί όμως να συρθεί δυο βήματα πιο κει και να προσπαθήσει να ξεχάσει.
Τουλάχιστον τα χρόνια που πέρασαν, έκαναν την απόσπαση μετάθεση και ο εφιάλτης τής επανόδου στις ράχες και τα βουνά, τουλάχιστον αυτός, έπαψε να υπάρχει.
Ο εφιάλτης της μοναξιάς, του ανικανοποίητου, ήταν όμως πάντοτε παρών.
Δυο, τρία χρόνια, οι πολιτικές αλλαγές έστειλαν καλάμια και τους καλαμοκαβαλητές στο σπίτι τους. Αυτούς. Γιατί καινούργια καλάμια και νέοι μαθητευόμενοι ιππείς πάντα υπάρχουν και ήρθαν να αντικαταστήσουν τους απομακρυνθέντες.
Και τις συχνές επαφές αραίωσαν.
Τον έρωτα, αυτόν δεν τον τιθάσευσαν.
Αυτός ακούει σε άλλες προσταγές.
Σε δυο γωνιές της πόλης, αντικριστά τώρα οι δυο τους. Έτσι που η επαφή να δυσκολεύει. Πώς να τη διασχίσεις τούτη την πόλη χωρίς να χάσεις την ημέρα σου στο δρόμο και πόσες φορές να βρεθείς για ένα πήδημα ή έστω για ένα καφέ με φίλους κοινούς που ξέρουν και συμπάσχουν μαζί σου;
Η καλή της η μοίρα, για άλλη μια φορά, βρέθηκε να μην κοιμάται.
Ο χωρισμός κι αν δεν επιζητείται, μπορεί να επέλθει.
Ο Παναγιώτης μόνος. Αναπάντεχα. Δηλαδή όχι ακριβώς αναπάντεχα, γιατί τις ζαβολιές του τις έκανε και όχι μόνον μαζί της, αλλά ο χωρισμός του ήταν από τα άγραφα.
Να τον παρηγορήσει ή να πετάξει ως τα ουράνια από τη χαρά της;
Να του κρατήσει το χέρι ή να τον ρουφήξει ολόκληρο τώρα που ήταν ολόδικός της;
Ο έρωτας ξαναφούντωσε. Όχι ότι είχε πάψει να υπάρχει.
Άνθισε, έβγαλε μπουμπούκια. Τα όνειρα βγήκαν ξανά από το σεντούκι.
Ο ουρανός φωτίστηκε.
Ναι υπάρχει ελπίδα.
Τώρα μπορεί να χαίρεται τον έρωτα και να μη σκέφτεται τη μοιρασιά.
Δεν την νοιάζει αν ακόμα αυτός δεν νοιώθει ότι της ανήκει. Ξέρει ότι είναι στο χέρι της να τον κάνει να αισθανθεί έτσι.
Εντάξει, ας μην μιλήσουν ακόμα για γάμο οι δυο τους αλλά είναι υπέροχο που είναι μαζί. Όσο θέλουν. Δεν κρύβονται.
Τους πήρε δέκα χρόνια αλλά δεν χρειάζεται πια να κρυφτούν για να χωθεί στην αγκαλιά του, να πάρει από τη ζέστη του κορμιού του, να του προσφέρει τα χείλη της για ένα φιλί τρυφερό γλυκό ερωτικό ακόμα και καταμεσής του δρόμου.
Το πάλεψε γιατί εκείνος αρχικά αρνιόταν κατηγορηματικά, αλλά μετά το διαζύγιό του, απαίτησε, παρακάλεσε, έκλαψε, υποσχέθηκε δώρισε, στο τέλος τον κατάφερε και ήρθε να μείνει στο σπίτι της.
Το όνειρο ξανάρχισε.
Η ζωή είναι όμορφη και ο έρωτας την κάνει να ανθίζει…
Οι εξετάσεις δεν άφησαν καμιά αμφιβολία.
Καρκίνος του προστάτη, εξαιρετικά επιθετικός. Αν δεν γίνει αφαίρεση υπάρχει κίνδυνος μετάστασης.
Ο γιατρός ήταν κατηγορηματικός.
-Η εγχείρηση θα γίνει τώρα. Αύριο το πρωί.
Δεν έχουμε περιθώρια. Ξέρω ότι είστε πολύ νέος άνθρωπος, μόλις μπήκατε στα πενήντα, αλλά αν θέλετε να ζήσετε, και εγώ δεν μπορώ να σας αφήσω να μην ζήσετε, οφείλουμε να προχωρήσουμε επειγόντως σε αυτή την επέμβαση.
Τα γκριζοπράσινα μάτια στένεψαν.
Όχι θεέ μου δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό. Δεν μπορεί να τον χάσω πάλι.
Τι λέει;
-Δηλαδή γιατρέ, η αιωρούμενη μισοτελειωμένη ερώτηση, επιτέλους ακούστηκε, μετά από αυτή την επέμβαση μετά την εγχείριση προστάτη, θα έχει στύση ο Έρωτάς μου;
Μάρτιος 23, 2007 στο 12:34 π.μ.
Μμμμμααααααατς!
Μάρτιος 23, 2007 στο 12:53 μ.μ
Πολύ, πολύ όμορφο.
Μάρτιος 23, 2007 στο 2:07 μ.μ
αναρωτιεμαι.. προς τι τοση ειρωνεια;
αν εκεινος που αποφασιζε τον χωρισμο που σας ενεπνευσε το πονημα τουτο, ηταν ο αντρας, θα αντιμετωπιζατε το θεμα με τον ιδιο σαρκασμο; (διοτι σε μενα ετσι “ακουστηκε”
διαβαζοντας χτες, το αρχικο σας κειμενο στον blgger, το πρωτο που σκεφτηκα στο σημειο της ..κοινωνικης ενημερωσης μεταξυ ανδρων και του σχολιασμου σας, ηταν πως αντιδρουμε αλλιως οι ανθρωποι -ανεξαρτητως φυλου- απο τη θεση που βιωνουμε την ματαιωση ή απορριψη… θυτη ή θυματος
και με αυτο “παιζω” στο σημειωμα μου εδω, σημερα
με ολη μου την εκτιμηση για το στυλ γραφης σου και τους προβληματισμους οπως ‘καρφωνονται’ στο μυαλο σου.. χαιρετω
α.λ.
Μάρτιος 23, 2007 στο 7:54 μ.μ
Marilia

Σμοουυτςςς
Μάρτιος 23, 2007 στο 7:55 μ.μ
amo ευχαριστώ.
Μάρτιος 23, 2007 στο 8:01 μ.μ
Ωρέλια με όλα τα υπόλοιπα λίγο πολύ θα συμφωνήσω κρατώντας και κάποια ερωτηματικά για το περί θύματος και θύτη.
Διαφωνώ όμως με το στοιχείο της ειρωνείας.
Δεν υπάρχει αυτό το στοιχείο πουθενά…
Συμπάθεια με την έννοια του συν-πάσχω, υπάρχει …
Καλησπέρα
Μάρτιος 23, 2007 στο 9:24 μ.μ
παρα πολυ ωραιο..χωρις ανασα το διαβασα..μα εσυ γραφεις υπεροχα..οσο για την πρωταγωνιστρια μας τι να πω..ειρωνια της τυχης..ισως ομως μεγαλυτερη ειναι η ειρωνια για το παλληκαρι..ααχχχ…γυναικες..μας ισοπεδωνει ο ερωτας..δε βλεπουμε τη μυτη μας..ασε δε λεω αλλα..φιλια..
Μάρτιος 23, 2007 στο 9:30 μ.μ
βρες μου μια καλη λεξη που να χαρακτηριζει την τελευταια φραση στο κειμενο σου..!
το ξερεις πως δεν βρισκω παντα τις καταλληλες εκφρασεις οταν πιεζω επι τουτου το μηχανημα εντος μου..
ο σαρκασμος δε σημαινει παντα αντιθεση ή μομφη
για μενα τουλαχιστον
ειναι ο τροπος μου
καλως ή κακως
θεωρησα παντως πως ηταν μια “σταση” των ανδρων σχολιαστων απο αμυνα στην περιπτωση που αυτος που αποφασιζει τον χωρισμο ειναι η γυναικα - ο αλλος πλην αυτων -
πολλα φιλιά
Μάρτιος 24, 2007 στο 1:25 μ.μ
Το να κάνεις όνειρα είναι “εντάξει”. Θέλει όμως προσοχή όταν διαλέγεις τα ρούχα με τα οποία θα τα “ντύσεις”. Τα δικά μου τα ντύνω με απλά, βολικά, καθημερινά ρούχα, ευκολοφόρετα και διαθέσιμα. Δεν τους βάζω βαριά μπροκάρ και μετάξια. Έτσι, λοιπόν, τα βλέπω και στις πραγματικές τους διαστάσεις, τα τοποθετώ στη σφαίρα του εφικτού. Και για να το κάνω πιο συγκεκριμένο και να το φέρω στην ιστορία σας, το δίλημμα της ηρωΐδας σας δεν θα το είχα και την αγωνία της δεν θα την περνούσα. Γιατί, απλά, θα ήξερα. Και θα ήταν επιλογή μου.
Την καλημέρα μου από το ηλιόλουστο (σήμερα) Νησί.
Μάρτιος 26, 2007 στο 12:15 π.μ.
Έχεις ωραία πένα, έμπνευση και τουλάχιστον οι δυο τελευταίες ιστορίες που έχω διαβάσει- μπορούν άνετα να αποτελέσουν αυτοτελή επεισόδια μιας τηλεοπτικής σειράς υπό τον εξαιρετικά “πιασάρικο” τίτλο Προσωπικά Δεδομένα…
Καλή βδομάδα.
Αύγουστος 19, 2007 στο 3:29 μ.μ
Έχεις αποδώσει πολύ ωραία ένα απελπιστικά εγωιστικό και κενόδοξο πλάσμα …
Αύγουστος 19, 2007 στο 6:27 μ.μ
Με το φεγγάρι αγκαλιά … αποφάσισα επιτέλους να απαντήσω στα σχόλια εδώ.

Σε ευχαριστώ πολύ.
Ε δεν γράφω και καλά, απλώς αυτό μου βγήκε κάπως
Αύγουστος 19, 2007 στο 6:33 μ.μ
Ωρέλια, δεν ξέρω .. δεν μπορώ να βρω.
Εξαρτάται από τη γωνιά που το βλέπεις. Και τη στιγμή.
Τραγέλαφος είναι…
Κωμική αλλά και τραγική !!!
Αυτό ήθελα να δώσω.
Μια ακόμα εμφάνιση αυτού που ο γνωστός θεωρητικολογών έχει πει “συναμφότερον”
Αύγουστος 19, 2007 στο 6:40 μ.μ
composition doll πρέπει όμως να δεχτείς πως δεν αντιδρούν όλοι όπως εσύ.
Ή διαφορετικά, οι λιγότεροι αντιδρούν έτσι.
Αφήνω δε το γεγονός πως άλλες οι αντιδράσεις μας δεν είναι πάντα ελέγξιμες, τουλάχιστον τη στιγμή ενός σοκ.
Αύγουστος 19, 2007 στο 6:40 μ.μ
Σεφ Σε ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια…
Αύγουστος 19, 2007 στο 6:43 μ.μ
νεφελόεσσα Σε ευχαριστώ πολύ
Καλώς ήλθες από εδώ, αν και εγώ, κατά πως το συνηθίζω, έχω καιρό να περάσω!
Αύγουστος 19, 2007 στο 8:58 μ.μ
[...] … αρχαία σχόλια που μου έχουν αφήσει φίλοι στο άλλο μπλογκ. Νάναι καλά η Νεφελοέσσα που μπαίνοντας να αφήσει [...]