Προσωπικά δεδομένα …

ένας έρωτας αληθινός …

Posted by: Sotiris K. on: Φεβρουαρίου 14, 2007

Τι το ήθελε; Αλλιώς είχε προγραμματίσει το βράδυ της.
Αυτή η εβδομάδα τής κυλάει ανάποδα. Η καλή ημέρα από το πρωί φαίνεται.
Δευτέρα πρωί εκείνο το ατύχημα στις σκάλες του μετρό.
Μα να της κατέβει η φούστα;
-Άνοιξε γης να με καταπιείς σκέφτηκε, όταν, αφού ξέμπλεξε το τακούνι από τη φούστα και έχοντας καταφέρεις επιτέλους να ισορροπήσει χωρίς να χτυπήσει στην απέναντι βιτρίνα, συνειδητοποίησε ότι η φούστα της, είχε φτάσει στα γόνατα!
Πάλι καλά που λόγω χειμώνα φορούσε καλσόν. Αλλά και πάλι, όλος ο αντρικός πληθυσμός πίσω της, είχε καρφωθεί στο κόκκινο τάγκα της.
-Κανένας μαλάκας δεν έκανε το παραμικρό να με βοηθήσει. Ούτε καν να με συγκρατήσει να μη φάω τα μούτρα μου. Τα λιγούρια! Όλοι καρφωμένοι στο βρακί μου.

Αλλά και οι επόμενες ημέρες τα ίδια σκατά. Να σήμερα. Χωρίς να την έχει ειδοποιήσει ο μαλάκας ο προϊστάμενος, της ζήτησε να τον συνοδεύσει στην ημερίδα για τα στελέχη των επιχειρήσεων που μετέχουν στο επιμελητήριο.
Μα ήταν σίγουρη. Για “ξεκάρφωμα” την ήθελε. Ο μαλάκας, ο γλοιώδης τάχει μπλέξει με κείνη την ξυλόκοτα και χαμουρεύονται ασύστολα όπου βρεθούνε.
Φτάνει να βρίσκονται. Γιατί ο μαλάκας, -το παίζει και γόης το σούργελο. Μη χέσω- τρέμει την παντόφλα της γυναίκας του.

Η διαδρομή ανάμεσα στα πηγαδάκια που είχαν στήσει οι καλεσμένοι, παντελώς αδιάφορη. Σαν περίπατος ανάμεσα στις άδειες παλέτες της αποθήκης στο εργοστάσιο.

Βαρεμάρα. Έριξε μια ματιά στο ρολόι της. Με το ποτήρι στο χέρι προχώρησε προς τη βόρεια πλευρά της αίθουσας.
Τουλάχιστον, για το επόμενο μισάωρο που ήταν δεοντολογικά αναγκαία η παρουσία της -άκου να κρατάει φανάρι στο βλήμα – θα χάζευε φάτσες και συμπεριφορές των παρευρισκομένων.
Πάντα της άρεσε αυτό το παιχνίδι. “Κόψε φάτσα και βγάλε συμπέρασμα” το έχει ονομάσει.

Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Εκείνο το μικρό φτερούγισμα ανάμεσα στο στομάχι και την καρδιά, από καιρό ξεχασμένο, βρήκε την ώρα να κάνει την εμφάνισή του. Όπως και μια ελαφριά αδυναμία στα γόνατα. Και μια μικρή αναταραχή εκεί. Ανάμεσα στα πόδια.

Προσπάθησε να μετακινήσει το βλέμμα της προς το διπλανό πηγαδάκι.
Αδύνατον.

Η συγκεκαλυμμένη νευρικότητα έγινε κανονική ταραχή όταν τον είδε να την πλησιάζει. Το όμορφο χαμόγελό του, όσο αχνό και αν ήταν, πυροδότησε τους παλμούς της καρδιάς της.

Το σφίξιμο του χεριού μαζί με τις συστάσεις έγιναν σχεδόν μηχανικά.
-Αλέξης, της συστήθηκε
Σοβαρός, όμορφο παράστημα με αδρά χαρακτηριστικά και πλούσια γκρίζα μαλλιά να στεφανώνουν το πρόσωπό του, καλοντυμένος -το αρμάνι αναδεικνυόταν επάνω του και όχι το αντίθετο- ματιά διεισδυτική και καθαρή.

Η συζήτηση ξεκίνησε και συνεχίστηκε χαλαρά.
Τα μάτια είναι η αλήθεια ότι αντήλλασαν περισσότερα λόγια από τα χείλη. Και των δύο.

Όταν αποφάσισαν να φύγουν, η αίθουσα ήτα κυριολεκτικά άδεια. Μόνο τα γκαρσόνια μάζευαν τα τελευταία σκεύη.
Ναι βέβαια. Θα τα ξαναπούν σύντομα. Τα τηλέφωνα, είναι εντελώς σίγουρο, δεν τα αντάλλαξαν μόνον για λόγους αβροφροσύνης.

Μπήκε στο διαμέρισμα με ένα χαμόγελο τεράστιο να φωτίζει το πρόσωπό της. Το ίδιο που τη συνόδευε σε όλη τη διαδρομή από την αίθουσα τού Ξενοδοχείου, μέχρι το σπίτι.
Ένοιωθε χαρούμενη. Ήταν χαρούμενη.
Αχ. Μακάρι να .. Όχι ας μη βιαστεί. Τόσες φορές έχει ξεκινήσει με τόσα όνειρα και να που έχει καταλήξει. Μόνη. Σχέσεις που ξεκινούν γεμάτες υποσχέσεις και καταλήγουν …
Μα, τι έπαθε τώρα; Ακόμα δεν … και έφτασε να σκέφτεται τον χωρισμό; Ποιος χωρισμό; Από τι; Από ποιον;
Μα, τρελάθηκε;
Ευτυχισμένη. Ναι ένοιωθε ευτυχισμένη. Παρανοϊκό αλλά η διαίσθησή της, τής το λέει.
Τής το φωνάζει.

Πέταξε τα ρούχα της και μπήκε κάτω από το ντους.
Η αίσθηση του νερού που χτυπούσε επάνω στο κορμί της, τής έφερε ακόμα πιο μεγάλη ευεξία. Σαν ένα χέρι να πήρε από επάνω της κάθε ίχνος πίεσης και έντασης και – κοίτα να δεις- της άφησε μόνον την αίσθηση της γλυκιάς προσμονής.

Τύλιξε γύρω από το γυμνό της σώμα το μπουρνούζι, και έβαλε ένα ποτήρι άσπρο παγωμένο κρασί, στο κολονάτο ποτήρι.
Δώρο της γιαγιάς της το σερβίτσιο των ποτηριών. Κρύσταλλο Βοημίας.

Η τηλεόραση μόνο ανοησίες είχε τέτοια ώρα. Το διαπίστωσε με ένα γρήγορο ζάπινγκ. Πέταξε το τηλεχειριστήριο στον καναπέ και πήρε στα χέρια της το φορητό υπολογιστή της.
Ευτυχώς πριν λίγες ημέρες είχε αναβαθμιστεί και είχε εγκαταστήσει ασύρματο δίκτυο στο σπίτι. Νάναι καλά ο Μανόλης, το παιδί από την εταιρία που την βοήθησε να τα βάλει σε λειτουργία. Αν δεν ήταν αυτός, ακόμα με την τηλεφωνική γραμμή θα παιδευότανε.

Μια διαδικτυακή βόλτα, αυτή την ώρα, σχεδόν μεσάνυχτα πια, θα τη βοηθούσε, σκέφτηκε, να ανασυντάξει τις σκέψεις της.

-Πάλι αυτό το αρχίδι
, μονολόγησε. Όχι δεν της άρεσε να βρίζει, αλλά όλα έχουν και τα όριά τους. Δεν μπορεί να τον ανεχτεί τον παλιοηλίθιο. Μπαίνει μέσα στο δίκτυο και αφήνει προκλητικά σχόλια, όταν δεν την πέφτει απροκάλυπτα σε αυτές που του γυαλίζουν. Και είτε χρειάζεται είτε όχι, πάντα θα πει μια ανόητη σκέψη και περιμένει να διασκεδάσουν οι άλλοι με την παρουσία του. Πετάγεται σαν .. φίτσος. Γέλασε με την τελευταία λέξη. Πώς της ήρθε στο μυαλό αυτό; Ίσως από το ψευδώνυμο που είχε επιλέξει ο μαλάκας. Φιτ. Άκου Φιτ. Πώς του ήρθε του ηλίθιου αυτό;

Η, για λίγο, χαρούμενη διάθεση έγινε συννεφιά στο πρόσωπό της.
-Μα τον μαλάκα. Κοίταξε πάλι τι κάνει. Πώς βρίζει. Πώς ειρωνεύεται ο παλιοξερόλας.
Θα του δείξει αυτή.
Ωραία. Έτσι θέλει ο ξεφτίλας ο άντρας; Θάχει την απάντηση που του πρέπει ο παλιομαλάκας.

Απλό το σχέδιό της. Ένα blog στήνεται με τρία βήματα. Θα στήσει κι αυτή ένα αμέσως και μέσα από αυτό θα τον στήσει αυτή στα τρία βήματα.
Τι ψευδώνυμο να χρησιμοποιήσει; ΦΚ. (Φίτσος κωλοπετσωμένος) σκέφτηκε και έσκασε στα γέλια.
Έτσι σκέτο ΦουΚου. Χωρίς άλλα στοιχεία. Ούτε καν το φύλο.
Και θα άρχιζε να απαντάει στα σχόλια του Φιτ.
Επιθετικά. Και χυδαία. Ναι και χυδαία όπως του άξιζε.

Στο δίλεπτο η σκέψη έγινε πράξη. Τα μάτια γυάλισαν και τα χέρια έπεσαν στα πλήκτρα και άρχισαν να καρφώνουν τις σκέψεις. Ειρωνείες ανάμικτες με κακίες και βρισιές. Αυτό το στυλ ήθελε κι εκείνος, αυτό θα είχε.

-Μα δεν έχει άλλη δουλειά να κάνεις αυτός; Μόνο με το διαδίκτυο ασχολείται; αναρωτήθηκε.
Ήταν ήδη στο τέταρτο ή πέμπτο blog και ήδη στη σκέψη της είχε αρχίσει να σχηματίζεται τοίχος άμυνας, για αυτό που έκανε.
-Μάλλον σπαταλάω το χρόνο μου, σκέφτηκε.
Τα μάτια, γλαρά, έτοιμα να μετατρέψουν την οθόνη του υπολογιστή σε εικόνες που γεύτηκαν λίγες ώρες πριν.

Ο ήχος του κινητού την συνέφερε και η φωνή από την άλλη μεριά, έκανε την καρδιά της να κλωτσήσει άγρια μέσa στο στήθος της.
Είχε πάρει να δει αν έφτασε καλά της είπε. Πρόσχημα, αλήθεια, εκείνη πέταξε στα ουράνια.
Το απόγευμα αύριο μπορούσαν να βρεθούν για ένα καφέ.

Έκλεισε τη συσκευή, ενώ προσπαθούσε να ξαναπατήσει στη γη από τα ουράνια που βρισκόταν
Τα χέρια επάνω στα πλήκτρα, έτοιμα να δώσουν στις σκέψεις σχήματα.
Για να βρει διέξοδο η χαρά. Για να φωνάξει χωρίς να την καταλάβουν οι γείτονές της. Για να εκτονώσει τα αντιφατικά συναισθήματα που την γέμιζαν.
Κι ας ήταν οι λέξεις και οι φράσεις σκληρές για τον εικονικό ανταγωνιστή.
Ο νέος ο πραγματικός, ο εκτός διαδικτύου, έμοιαζε να είναι, το ήθελε να γίνει, ο ιδανικός εραστής γι αυτή.
-Φτάνει γι απόψε, ψιθύρισε. Η ζωή είναι όμορφη και χωρίς αυτές τις μαλακίες. Κυρίως χωρίς αυτές τις μαλακίες

Έριξε μια ματιά στη “γωνιά” του αγαπημένου της φίλου, του Άδωνι. “Γωνιά” ονόμαζε το blog του. Οι καθημερινές του γραφές, αποτελούσαν μια μικρή ανάσα ηρεμίας γι αυτήν.
Αν δεν ήξερε την οικογενειακή του κατάσταση -της είχε πει από την πρώτη κιόλας επικοινωνία τους ότι είναι παντρεμένος- θα τον είχε ερωτευθεί τρελά. Δηλαδή μερικά τσιμπιματάκια στην καρδιά τα είχε αισθανθεί και δεν ήταν λίγες οι φορές που ο ύπνος της ταράχτηκε γλυκά, πολύ γλυκά στη σκέψη του αγγίγματος εκείνου. Κι ας μην τον είχε δει ποτέ. Ναι τώρα μπορούσε να το πραδεχτεί. Είχε ερωτευθεί τον Άδωνι. Μπορούσε να το ομολογήσει τώρα στον εαυτό της ότι τον είχε ερωτευτεί, τώρα που ένας νέος έρωτας, ήταν κάτι περισσότερο από σίγουρη γι αυτό, φαινόταν να ανατέλλει στον ορίζοντα.

Το πρωί στο γραφείο το πρόσωπο έλαμπε τόσο που να την κοιτάζουν οι άλλοι παράξενα. Δεν είχε και κανένα λόγο να το κρύψει.
Να θεωρούσαν οι συνάδελφοι ότι η χαρά της προερχόταν από την χτεσινή έξοδό της με τον προϊστάμενο, αποκλείεται.
Ξέρανε πολύ καλά όλοι τα “τρυφερά” συναισθήματα που έτρεφε γι αυτόν και το τι έσουρνε στην ξυλόκοτα, που πηδιότανε μαζί του.

Οι ώρες κύλησαν νεράκι. Γιατί το είπε έτσι; Νεράκι. Έτσι έλεγε στη μαμά της όταν ενθουσιασμένη γυρνούσε στο σπίτι στο σχολείο και ανήγγειλε θριαμβευτικά ότι τη σήκωσε ο δάσκαλος να πει μάθημα.
Νεράκι τα είπα μαμά μου, φώναζε. Τώρα όμως πού κόλλαγε αυτή η έκφραση.

Η θέα του ανοιχτού ορίζοντα και η απεραντοσύνη της θάλασσας, τα χρώματα του ουρανού που άλλαζαν καθώς ο ήλιος βυθιζόταν πίσω από τα βουνά, το κύμα που έσκαγε στα πόδια της καφετέριας με το παράξενο κυλινδρικό σχήμα, η ΔΙΚΗ του η παρουσία, την έβγαλαν εντελώς μα εντελώς έξω από το χώρο της καθημερινότητας. Την ταξίδεψαν στη χώρα της ου-τοπίας.
Κρεμότανε από τα χείλη του, έψαχνε εικόνες μέσα στα μάτια του, τον άκουγε να διηγείται και να περιγράφει, να περνάει από τις μικρές καθημερινές του ασχολίες, στα μεγάλα ταξίδια που είχε κάνει και τα λόγια έφταναν μέσα της σαν αρμονικές δονήσεις, της άφηναν στο στόμα τη γλύκα του πρώτου μελιού του μελισσιού.
Μόνος του, αγώνας για να επιβιώσει. Πέρασμα μέσα από χιλιάδες φορές σαράντα κύματα. Δυνατός. Με γνώση των ικανοτήτων του και έτοιμος να κατανοήσει αποδεχτεί όποιον δεν μπόρεσε και λύγισε στο δρόμο.

Δεν μπόρεσε να δεχτεί την πρότασή του να συνεχίσουν για ένα ποτό, αφού είχε υποσχεθεί στην αδελφή της να της κρατήσει τα παιδιά, τώρα που εκείνη έτρεχε με τις αρρώστιες της πεθεράς της. Του ζήτησε συγνώμη, αλλά η αδελφή της με το γαμπρό της περνούσαν δύσκολες ώρες. Παρακάλεσε για την κατανόησή του.

Αργά, με τα κακά μαντάτα στο μυαλό για την εξέλιξη της υγείας της γερόντισσας,- δυστυχώς οι γιατροί ήταν κατηγορηματικοί ότι οι ημέρες ήταν λίγες- με ένα ποτήρι παγωμένο λευκό κρασί στο χέρι, κάθισε να μετρήσει τα βήματα της ημέρας.
Το χαμόγελο στα χείλη στη σκέψη της απογευματινής συνάντησης, ξεπήδησε μέσα από την καρδιά της. Δεν ήξερε αν αυτό που αισθανόταν ήταν μούδιασμα στο σώμα ή πέταγμα με τα φτερά των συναισθημάτων, πάνω από τα σύννεφα.

Ξημέρωσε ο θεός και άλλες ημέρες. Οι συναντήσεις και ο επικοινωνίες πύκνωναν.
Κάθε φορά, μετά από κάθε συνάντηση, κάθε τους επικοινωνία, τα ίδια όμορφα συναισθήματα οι ίδιες γλυκές γεύσεις στο στόμα, η ίδια ανάλαφρη αίσθηση του ταξιδιού πάνω από τα σύννεφα.

Η ένταση, με την οποία ενώθηκαν τα σώματά τους, μετατράπηκε σε έκρηξη συναισθημάτων και πλήρη αποφόρτιση, για να αρχίσουν και πάλι τη ροή τους με μεγαλύτερη ορμή, την αμέσως επόμενη στιγμή. Αυτός ήταν ο άντρας που από πάντοτε περίμενε.

Πόσο της έλειπε απόψε.
Τα προβλήματα της αδελφής της, τα κατανοούσε απολύτως.
Μόνη στο δωμάτιο, με τον φορητό υπολογιστή στα πόδια, μπήκε να ταξιδέψει στην εκονική πραγματικότητα. Όχι ότι το είχε καμιά ανάγκη.
-Αλήθεια, για δες, σκέφτηκε. Εκεί που μέχρι χτες τα πλήκτρα είχαν γίνει προέκταση των δακτύλων μου, τώρα σαν να μη θέλω να τα αγγίξω.
Εκεί που όλοι μου οι φίλοι βρίσκονταν μέσα στην οθόνη του υπολογιστή μου, τώρα ούτε που νοιάζομαι γι αυτούς.

Μια ηδονική ανατριχίλα διαπέρασε κάθε πόρο του κορμιού της, στην σκέψη της αιτίας γι αυτή την αλλαγή.

Τα πατήματα των πλήκτρων, μετά από τις τόσες φορές που τα είχε επαναλάβει, την οδήγησαν μέσα στα γνωστά μονοπάτια των σελίδων, που ημέρες τώρα τις είχε εγκαταλείψει.
Τίποτα δεν είχε αλλάξει.
Χαμογέλασε με τη σφοδρότητα των επιθέσεων των αντιμαχομένων παρατάξεων.
Πάλι αυτός ο μαλάκας ο Φιτ.
Α της έχει απαντήσει κιόλας στα σχόλια και τις επιθέσεις που του είχε κάνει. Φυσικά με τον ίδιο χυδαίο τρόπο, που το έκανε για όλους.
Είχε πλάκα όμως που ο Φιτ βλέποντας την υπογραφή της, ΦΚ και χωρίς να μπορεί να διακρίνει το φύλο, φαινόταν να τα έχει λίγο μπλεγμένα.
Όχι ότι έχασε το στυλ του. Αυτό, είναι φανερό, είναι δομικό στοιχείο της αρρωστημένης προσωπικότητάς του.

Ε όχι. Αυτά που λέει εδώ παραείναι.

Επιτέθηκε και στον γλυκό της, Άδωνι. Τον αγαπημένο της. Αυτό παραπάει. Θα του δείξει αυτή.
Η ειρωνεία και το χυδαίο λεξιλόγιο που ξέθαψε από τα καλάθια του μυαλού της, πλέξανε ιδανικό γαϊτανάκι. Του έσουρε τα εξ αμάξης και βέβαια δεν παρέλειψε να αφήσει υπονοούμενα για όσα ήξερε ότι του καταμαρτυρούν οι γνωρίζοντες. Στην ηλεκτρονική της διεύθυνση είχε αρκετές σχετικές αναφορές.

-Ε, μα τον πούστη! Μονολόγησε. Να θέλει να προσβάλλει και τον Άδωνι, Το δικό ΜΟΥ τον Άδωνι. Ο παλιολεχρίτης, η κραγμένη αδελφή.
-Ο Άδωνις, ΄Αδωνίς Της, είναι ένα λεπτός άνθρωπος, αξιοπρεπής. Χαμηλών τόνων. Σπάνια ανοίγει τον εαυτό του και ποτέ δεν μπλέκει σε καυγάδες. Αυτόν βρήκε να προσβάλει το μουνόπανο;
Ο θυμός, που της άνοιξε το στόμα και το έκανε χειρότερο από οχετό, αλλά τέτοια του αξίζουν του ηλίθιου, άρχισε να υποχωρεί στη σκέψη του Άδωνι. Του δικού της Άδωνι. Του κατά δικού της.
Μπορεί να μην τον είχε δει ποτέ. Να μην ήξερε πώς είναι το πρόσωπό του, ήταν σίγουρη όμως πως ο άνθρωπος αυτός είχε να δώσει πολλά σε όσους είχαν την τύχει να βρίσκονται γύρω του.
Πόσο θα ήθελε να είναι μια από αυτούς. Αλήθεια πόσες φορές δεν είχε νοιώσει την καρδιά της να χτυπάει τρυφερά, σχεδόν ερωτικά και γιατί όχι και πολύ ερωτικά κάποιες φορές.
Ναι είχε νοιώσει ακόμα και να πλημμυρίζει…

Η δουλειά στο γραφείο δεν τελειώνει ποτέ. Μπορεί η θέση της να έχει αυξημένες ευθύνες, το μήνυμα όμως που έφτασε στην ηλεκτρονική της σελίδα της είχε εξάψει τη φαντασία.
Σήμερα θα κυκλοφορούσε το περιοδικό, που οι πληροφορίες έλεγαν ότι θα έχει την παρουσίαση μερικών κυριών, διασήμων στο διαδίκτυο.
Θα είχε έλεγαν οι πληροφορίες της και φωτογραφίες τους.
Το περιοδικό, από εκείνα τα ποικίλης ύλης, προσανατολισμένο υποτίθεται στα προβλήματα της σύγχρονης γυναίκας.
Τώρα, πόσο πρόβλημα της σύγχρονης γυναίκας είναι η απόλαυση του πρωκτικού σεξ, μόνο αν έκανες εγχείριση στο μυαλό της συντάκτριας του άρθρου μπορεί να το ανακαλύψεις. Εκτός και αν πρόκειται για γυναίκα με εξαιρετικό χιούμορ και μέσα από αυτό ήθελε να περιγράψει τις άθλιες εργασιακές συνθήκες που βιώνει..

Πλησιάζοντας το πρωί στο γραφείο, είχε φροντίσει να το προμηθευτεί, αλλά δεν το έβγαλε από το πλαστικό του περίβλημα. Άσε που ευτυχώς είχε πάρει τη μεγάλη τσάντα μαζί της και έτσι μπορούσε να το κρύψει εκεί μέσα. Δεν χρειαζόταν να γίνει ρεζίλι και σε όλο τον κόσμο.

Προσπέρασε τις σελίδες με το πρωκτικό σεξ, έχοντας κατά νου να επιστρέψει σ’ αυτές πιο ύστερα και έφτασε στη σελίδα 97, εκεί όπου το εξώφυλλο παρέπεμπε την αναγνώστρια, και ήταν καταχωρημένες οι συνεντεύξεις των διαδικτυακών διασημοτήτων.

Τα μάτια και το χαμόγελο που την υποδέχτηκαν στην πάνω δεξιά στήλη του άρθρου, της ήταν εντελώς γνωστά.
-Αυτή είναι η Χρυσομάλλη, αναφώνησε. Την ήξερε ως προϊσταμένη στο τμήμα έγκρισης δανείων της τράπεζας. Είχαν συνεργαστεί αρκετά και κάποιες φορές μάλιστα είχαν συγκρουσθεί κιόλας, γιατί από τα χέρια της περνούσαν συνήθως τα δάνεια που ζητούσε η εταιρία της.
Την ήξερε πολύ καλά. Όμορφη γυναίκα και ωραίος άνθρωπος. Ευγενής, αλλά λίγο απόμακρη, ο καλός λόγος στην άκρη των χειλιών της, αλλά και σκληρή διαπραγματεύτρια.
Την θέση της την είχε κατακτήσει με το σπαθί της, παλεύοντας σκληρά μέσα σε ένα σχεδόν απόλυτα ανδροκρατούμενο περιβάλλον. Ήταν αναγκασμένη, για να καταφέρει να επιβιώσει, να βάλει στην άκρη τις ευαισθησίες της.

Και τι έκανε τώρα εδώ, στην κορυφή του άρθρου του περιοδικού;
Έσκυψε να διαβάσει τις απαντήσεις που είχε δώσει στις, προφανώς από τα πριν έτοιμες, ερωτήσεις της δημοσιογράφου.
Τα μάτια της γούρλωσαν. Το στόμα έμεινε ανοιχτό. Το περιοδικό της έπεσε κυριολεκτικά από τα χέρια.

Χαριτωμένα και με πολλή άνεση, η συνταξιούχος πρώην τραπεζικός, δήλωνε ότι είχε στήσει μια σελίδα στο διαδίκτυο, όπου εμφανιζόταν με αντρικό όνομα και ούτε λίγο ούτε πολύ ήταν ο Φιτ!!
Αν είναι δυνατόν. Ο άνθρωπος που την είχε ουσιαστικά εξαναγκάσει να φτιάξει κι αυτή το Blog χρησιμοποιώντας το όνομα ΦΚ και να του/της επιτεθεί, ήταν η πρώην Διευθύντρια του τμήματος έγκρισης δανείων.
Μα όχι δεν ήταν δυνατόν. Αυτή η ήπια γυναίκα, η στέρεη, η σοβαρή η αποφασιστική, είχε φτιάξει αυτό τον αλλοπρόσαλλο άνθρωπο, τον τόσο χυδαίο και ποταπό. Πώς ήταν δυνατόν;

Μάζεψε το περιοδικό που είχε πέσει στα πόδια της, έκλεισε το στόμα της, και προσπάθησε να διαβάσει τη συνέχεια.
Η κα Χρυσομάλλη, ο Φιτ δηλαδή, εξηγούσε το γιατί. Το γιατί το έκανε αυτό.
Να βγάλει συσσωρευμένη πίεση ετών ήθελε. Πίεση που ένοιωθε από τις συμπεριφορές και τις επιλογές ανθρώπων, κυρίως ανδρών, που είχε συναντήσει στο δρόμο της.
Άνθρωποι χωρίς αρχές, μόνο με φιλοδοξίες. Άνθρωποι που ήταν έτοιμοι να πουλήσουν και να πουληθούν. Άνθρωποι που όσο πιο ψηλά στόχευαν τόσο περισσότερο σέρνονταν στο χώμα.
Άνθρωποι που είχαν τραυματίσει την ψυχή της, την είχαν κάνει να κλάψει πολλές φορές.

Διάβαζε και ένοιωθε το στομάχι της δεμένο κόμπο, το λαιμό της κλειστό, το στόμα της χωρίς ίχνος σάλιου, τα χέρια της αδύναμα τόσο ώστε να μην μπορούν να κρατήσουν το περιοδικό σταθερά.
-Μα πώς είναι δυνατόν Θεέ μου, μονολόγησε. Πώς; Τι κυκλοφορεί στο διαδίκτυο.

Δύσκολο να εξηγήσει γιατί το μάτι της θόλωσε. Ούτε και μπόρεσε να καταλάβει, τι ήταν εκείνο το υγρό που ένοιωθε να κυλάει αργά στο μάγουλό της.
Αναστέναξε μέσα από τα φυλλοκάρδια της.
-Θα επανέλθω ψιθύρισε καθώς γύρισε σελίδα μη αντέχοντας να φτάσει μέχρι το τέλος της συνέντευξης του ΦΚ. Της Χρυσομάλλη δηλαδή. Δεν μπορεί να είμαι ξύπνια. Δεν μπορεί να τα διαβάζω αυτά.

-Μα αυτή είναι η … ξυλόκοτα. Η γκόμενα του μαλάκα του προϊσταμένου. Και αυτή διαδικτυακή διασημότητα; Πώς είναι δυνατόν; Τι βλέπω σήμερα Θεέ μου.
Κοίτα πώς την τράβηξε ο φωτογράφος!!! Εμ αν φωτογράφιζαν κι εμένα έτσι με τα μέσα που έχουν σήμερα, θα έβγαινα Στάρ Ελλάς
, χαμογέλασε.

Το περιοδικό τούτη τη φορά έπεσε στο πάτωμα με θόρυβο. Δεν ήξερε αν της έφυγε από τα χέρια ή το πέταξε μόνη της, αλλά το στόμα της άργησε να κλείσει και όταν αποφάσισε να ξαναμαζέψει το περιοδικό, έπρεπε να σηκωθεί από τη θέση της, γιατί αυτό βρισκόταν πίσω από την πόρτα, αρκετά μέτρα μακριά της. Μπορεί να έφταιγε γι αυτό η κλωτσιά που του είχε δώσει, αν και δεν το θυμότανε.
Αλλά δεν ήξερε τι άλλο να κάνει. Πώς να αντιδράσει. Πώς να δεχτεί ότι η ξυλόκοτα ήταν ο Άδωνις!!!
Ο άνθρωπος για τον οποίο, μέχρι την εμφάνιση του Αλέξη είχε κλάψει, είχε γελάσει,, με τον οποίο είχε ερεθιστεί, ναι, δεν ντρεπόταν τώρα να το ομολογήσει, ο άνθρωπος που στ’ αλήθεια είχε ερωτευτεί, ήταν η … ξυλόκοτα.

Ζήτησε άδεια από τον προσωπάρχη, με τη δικαιολογία ότι κάτι συνέβη στην πεθερά της αδελφής της και ετοιμάστηκε να φύγει.
Το ραντεβού με τον Αλέξη ήταν για τις επτά το απόγευμα και τώρα ήταν μόνο έντεκα το πρωί.
Τι να κάνει τόσες ώρες;
Λυγμός ή κόμπος χοροπήδαγε στο στήθος και τη βάση του λαιμού της; Κι εκείνη δεν ήξερε.
Μάζεψε τα πράγματά της, φόρεσε τα γυαλιά ηλίου που ευτυχώς είχε στην τσάντα της -δεν χρειαζόταν να την δουν οι άλλοι δακρυσμένη- και βγήκε σαν κυνηγημένη έξω από τα γραφεία της εταιρίας.
-Να πάω μακριά σκέφτηκε. Όσο πιο μακρυά γίνεται. Να εξαφανιστώ από τούτη την αθλιότητα που με περιβάλλει. Τι ήθελα και τ’ αγόραζα το κολοπεριοδικό;

Η ιδέα να πάει σπίτι της, να κλειστεί στο δωμάτιό της και να αρχίσει ουρλιάζει μέχρι η φωνή της να τρυπήσει τα τύμπανα των αυτιών της, απορρίφθηκε.
Της ήρθε να περάσει από τα γραφεία που εργάζεται η ξυλόκοτα και να πάει να την αρπάξει από τα μαλλιά. Της φάνηκε γυναικουλίστικο.
Απέρριψε την ιδέα να πάρει από το Διευθυντή της τράπεζας τη διεύθυνση της Χρυσομάλλη και να πάει εκεί να τα κάνει γυαλιά καρφιά.

Άρχισε να ανεβαίνει τη λεωφόρο που οδηγούσε στο σταθμό του μετρό. Θα έμπαινε στον πρώτο συρμό και θα τραβούσε για το τέρμα του.
Στο λιμάνι. Μια βόλτα δίπλα από τα αραγμένα πλοία, ανάμεσα στον κόσμο που έρχεται και τους άλλους που ετοιμάζονται να σαλπάρουν, στο πλάι της θάλασσας κάτω από το συννεφιασμένο ουρανό, με συντροφιά τα γλαροπούλια, μια βόλτα μακριά από όσα σήμερα της γύρισαν τον κόσμο ανάποδα, θα ήταν μια καλή ευκαιρία να πάρει μια ανάσα και να ηρεμήσει.
Όσο θα μπορούσε να ηρεμήσει.

Καθισμένη στο παράθυρο δίπλα, με τα μάτια μισόκλειστα, προστατευμένα πίσω από τα σκούρα γυαλιά, άφησε το συρμό να την ταξιδέψει και το μυαλό της να κάνει τα δικά του ταξίδια.

Κατεβαίνοντας από το τραίνο, συνειδητοποίησε πως σήμερα τουλάχιστον δεν θα είχε τη χαρά να δει τη θάλασσα. Είχε μπει στο συρμό που πήγαινε στην αντίθετη κατεύθυνση.
Ανασήκωσε τους ώμους.
-Ε και; Μια βόλτα εδώ, θα είναι το ίδιο ανακουφιστική με εκείνη στο λιμάνι, δήλωσε κατηγορηματικά στον εαυτό της.

Τα πλούσια γκρίζα μαλλιά, που στεφάνωναν το όμορφο πρόσωπο, τής ήταν απολύτως γνωστά. Εκείνο που δεν της ήταν καθόλου γνωστό, ήταν το ξανθό κεφάλι που τα συνόδευε.
Της ήταν όμως πολύ οικεία τα βλέμματα που αντάλλασσαν το πρόσωπο με τα πλούσια γκρίζα μαλλιά με το άλλο πρόσωπο εκείνο με τα ξανθά μαλλιά και τα πράσινα μάτια, που φώναζαν εδώ έρωτας.

Ο Αλέξης με μια άλλη!!!

Έστρεψε το βλέμμα ψηλά.
Σύννεφα υπήρχαν, κεραυνός όμως δεν είχε πέσει. Τι την είχε χτυπήσει εκείνη;

Δεν κατάλαβε ότι παραπατούσε, είδε όμως τον Αλέξη να παγώνει καθώς οι ματιές τους συναντήθηκαν.
Ήταν γραφτό φαίνεται.
Να αρχίσουν και να τελειώσουν όλα με μια ματιά.

Καθισμένη στη καφετέρια, δίπλα από κυρίες και κυρίους αργόσχολους που συζητούσαν και απολάμβαναν τον καφέ τους, προσπάθησε να ανασυντάξει λίγο τις σκέψεις της και να βάλει σε μια σειρά τα γεγονότα.

-Εγώ, η ΦΚ … Αλήθεια, ποια είμαι; Τι ζω; Πώς βρέθηκα εδώ;
Αλήθεια …

Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της.
Αλήθεια, ποια αλήθεια;

8 σχόλια προς "ένας έρωτας αληθινός …"

Katerina Ευχαριστώ..
Επίσης

Sotiris? Με μπέρδεψες. Αυτό με τη φούστα κάτι μου θυμίζει.
Καλό, πολύ καλό!

Αυτό με τη φούστα κι εμένα κάτι μου θυμίζει ;)
Σε ευχαριστώ…
Όσο για το όνομα, ε κάπως με βάπτισε κι εμένα η .. νονά μου, πριν αποφασίσω να αποκτήσω διαδικτυακά ονόματα :)

Καταρράχτης :)
Φιλιά

KV, Καταρράχτης; Δηλαδή;
Πάντως οφείλω να πω ότι η επιλογή του ύφους έγινε για να υποστηρίξει το κείμενο ….
Καλό μεσημέρι.
Φιλιά

Καταπληκτική και αποκαλυπτική η γραφή… σηκώνει και πολλές αναγνώσεις… μπράβο

Εκείνη η συνέχεια που λέγαμε; Χάθηκε στο δρόμο;

Υποβολή απάντησης

 

Φεβρουαρίου 2007
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιαν   Μαρ »
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
262728  

Για όσους θα ήθελαν να ..