Posted by: Sotiris K. on: Ιανουαρίου 29, 2007
Οι σκάλες μέχρι το δεύτερο όροφο, κάνουν όλων, όσοι επιχειρούν το ανέβασμα τους, τη ζωή δύσκολη. Αδιακρίτως και ανεξαρτήτως άλλων προβλημάτων.
Η αναπνοή το προδίδει.
Για άλλη μια φορά, η βαριά ανάσα έφτασε στην πόρτα, πριν από την καλημέρα.
Η γυναίκα με το πρόχειρο ντύσιμο, μόλις είχε ολοκληρώσει το ανέβασμα και προσπαθούσε να ξαναβρεί τον κανονικό ρυθμό της αναπνοής της.
Στάθηκε διστακτική λίγο έξω από την ανοιχτή πόρτα. Το βλέμμα της τρομαγμένο, στο πρόσωπο απλωμένη η μελαγχολία, τα χείλη σφιγμένα αν και η βαριά αναπνοή τα υποχρεώνει να χαλαρώνουν στιγμιαία.
Δεν την περίμενε, αλλά έτσι κι αλλιώς οι ανοιχτές πόρτες συμβολικά και πρακτικά, δηλώνουν ότι όλοι είναι ευπρόσδεκτοι. Ή, αν όχι ευπρόσδεκτοι όλοι, ουδείς αποκλείεται.
Ανταπέδωσε την καλημέρα και της έγνεψε να περάσει και να καθίσει.
Το δέχτηκε ευχαρίστως. Κυρίως το να καθίσει.
Θα την έλεγες γεματούλα
Νέα σχετικά. Μαλλί βαμμένο ξανθό, πρόχειρα πιασμένο με τσιμπιδάκια στο πλάι και μια στέκα επάνω. Κατσαρωμένο στις άκρες, αφού το φάρμακο που τα ισιώνει έχει φύγει προ πολλού και η οικονομική της κατάσταση, είναι εντελώς σίγουρο αυτό, δεν επιτρέπει συχνές επισκέψεις στο κομμωτήριο.
Μάτια πράσινα, χωρίς ίχνος βαφής. Και τα χείλη το ίδιο. Χωρίς ίχνος κοκκινάδι.
Καφέ παντελόνι, κίτρινο πουλόβερ και καφέ μπουφάν από δερματίνη.
Η κομψότητα και η γυναικεία φιλαρέσκεια, είναι φανερό ότι έχουν ηττηθεί κατά κράτος, από το περιεχόμενο του πορτοφολιού.
Μια δυο ανάσες, για να συνέλθει από το ανέβασμα ή για να κρύψει τα συναισθήματά της και οι συστάσεις.
Ξέρει το πρόβλημα, μα θέλει να εξηγήσει. Να δώσει όλη την εικόνα.
Οι λέξεις προβάλλουν διστακτικές προκαλώντας ελαφρύ τρέμουλο στα χείλη.
Η φωνή βιαστική, αλλά ξέπνοη. Χρωματισμένη με ντροπή και απόγνωση.
Εξιστορεί και εξηγεί.
Πασχίζει να επιβιώσει.
Η πόλη της τής λείπει. Το δάκρυ γυαλίζει στην άκρη του ματιού κάθε που η κουβέντα πλησιάζει προς τα εκεί.
-Τον παράτησα. Πήρα τα παιδιά και έφυγα.
Λόγος λυγμός.
Η φωνή της μοιάζει τώρα πιο ήρεμη. Η προσπάθεια να μην της επιτρέψει να φανερώσει τη θλίψη, φανερή. Η αξιοπρέπεια ένδυμα και καταφύγιο.
Η ευγένεια προσωπείο συγκάλυψης του φόβου.
Παράδοση άνευ όρων.
Από καιρό.
Στον καιρό. Σ΄αυτά που την πρόδωσαν, σ’ αυτά που δεν μπόρεσε να προβλέψει.
Πριν τέσσερα χρόνια βρήκε τη δύναμη και έκανε πράξη την απόφαση.
Δύσκολη απόφαση, αλλά μονόδρομος γι αυτήν.
Την έδερνε, την έβριζε, την εξευτέλιζε μπροστά στα παιδιά τους.
Και τα τρία ανήλικα.
Από ένα σε κάθε τάξη το Γυμνασίου.
Δεν μπορούσε να υπομείνει άλλο. Δεν άντεχε να βλέπει τα όνειρά της να ξεκινούν κάθε πρωί με δεκανίκι το αλκοόλ για να σταθούν στα πόδια τους και να πάνε για το μεροκάματό. Ποιο μεροκάματο δηλαδή; Ποιος να πάρει στη δούλεψή του, ένα μεθυσμένο.
Τι έγινε ο άνθρωπος που ερωτεύτηκε και εμπιστεύτηκε να γίνει πατέρας των παιδιών της; Τα πρώτα σκιρτήματα της καρδιάς, τα μυστικά ραντεβού, τα όνειρα για μια ευτυχισμένη ζωή.
Θαμπές εικόνες που χάνονται πίσω από τους κόμπους των δακρύων…
Πήρε τα παιδιά και έφυγε. Άλλαξε πόλη. Ήρθε στην πρωτεύουσα, άγνωστη μεταξύ αγνώστων, αλλά αποφασισμένη να ξεφύγει από την άθλια συμβίωση, αφού αυτός δεν μπορούσε να απαρνηθεί το αλκοόλ.
Όλα από την αρχή. Λίγα χρηματάκια που έκρυβε στην άκρη, που άντεξε και δεν του τα παρέδωσε παρά το ξυλοφόρτωμα και την απαίτηση να του δίνει και το τελευταίο μονόλεπτο, η μόνη της περιουσία. Το κεφάλαιο για να ξεκινήσει.
Και η απόφασή της να προστατέψει τα παιδιά της και να τους προσφέρει μια καλύτερη ζωή. Να τους δώσει αυτή, την δυνατότητα να ονειρευτούν ένα πιο όμορφο αύριο, ή έστω να έχουν το δικαίωμα στην ελπίδα, αφού το αλκοόλ και ο άντρας της, τους στερούσαν ακόμα και τον επιούσιο.
Και το πείσμα της.
Αυτά, τα μόνα εφόδιά της, το Κεφάλαιο και η δύναμή της. Αυτά τα στηρίγματά της για να ξεκινήσει τη νέα τους ζωή.
Τίποτα δεν ήταν εύκολο.
Χτύπησε πόρτες, έψαξε για γνωστούς, παρακάλεσε. Οι δυσκολίες πολλές. Οι πόρτες οι πιο πολλές κλειστές. Μερικές μισάνοιχτες. Το ήξερε πως δύσκολα ανοίγουν, αν δεν έχεις γνωριμίες. Το είχε βιώσει και στην πόλη της.
Μια γυναίκα μόνη, όσο και αν οι εκάστοτε επιβήτορες της εξουσίας μοιράζουν απλόχερα μεγαλοστομίες, έχει να παλέψει με πολλά.
Και πρώτα απ’ όλα με τον εαυτό της και τα τσαλαπατημένα όνειρά της.
Άλλα είχε ονειρευτεί, άλλα θέλανε οι δικοί της για κείνη. Εκείνη τα παράτησε όλα, και σπουδές και δουλειά και πατρική οικογένεια, για να τον ακολουθήσει. Να σταθεί πλάι του, να αγναντέψουν μαζί τις ανατολές, να ακολουθήσουν πιασμένοι χέρι-χέρι τον ήλιο προς τη δύση. Τώρα όλα αυτά έδυσαν χωρίς την προοπτική μιας νέας ανατολής. Οριστικά. Τα έπνιξε το αλκοόλ.
Μια γειτόνισσα, τής είπε πρότεινε να δουλέψει σαν αποκλειστική νοσοκόμα, σε ένα μεγάλο νοσοκομείο.
Όχι, δεν είναι εύκολη δουλειά, και πιο πολύ αν δεν έχεις ούτε τις βασικές γνώσεις. Όταν όμως δεν έχεις άλλες επιλογές, πιάνεσαι από ό,τι σου βρίσκεται.
Τέλειωναν και τα λεφτά και το φάσμα της πείνας έγινε ορατό και εφιαλτικό. Κυρίως στη σκέψη της πείνας για τα αγγελούδια της.
Δέχτηκε. Το θεώρησε δώρο θεού. Θα πάλευε με νύχια και με δόντια να μη λείψει τίποτα από τα παιδιά της.
Ωράριο ακατάστατο. Στην αρχή, όταν ακόμα ξεκινούσε, έτρεχε όπου και όποτε την καλούσαν. Πώς να κάνει επιλογή; Τώρα τα πράγματα είναι πιο ομαλά.
Όχι ότι άλλαξαν οι στόχοι της.
Το μόνο που την απασχολούσε και την απασχολεί είναι να φέρει τα απαραίτητα για να επιβιώσουν στη μεγάλη και αφιλόξενη τούτη πόλη τα παιδιά της και αυτή και να μην αναγκαστεί να γυρίσει, διπλά ταπεινωμένη, πίσω στην απαξία και τους ξυλοδαρμούς της ξεχαρβαλωμένης οικογενειακής εστίας.
Να έχουν τα παιδιά της να φάνε και να μπορούν να ζουν σε ένα ήρεμο περιβάλλον.
Αυτό. Ένα ήρεμο περιβάλλον, χωρίς τα μεθυσμένα ξεσπάσματα και τα ουρλιαχτά τα δικά της. Χωρίς των παιδιών τους ξυλοδαρμούς από το ανεξέλεγκτο πατρικό χέρι.
Τουλάχιστον αυτό το έχει πετύχει.
-Τα παιδιά μεγαλώνουν σε ένα ήρεμο περιβάλλον. Δεν έχουμε φωνές στο σπίτι μας. Όμως να, μεγαλώνουν και όσο να παλεύω προσπαθώντας να τα φέρω βόλτα, τους λείπει ο πατέρας. Η εικόνα του πατέρα.
Η πίκρα και η πικρία μαζί με κάθε συλλαβή.
Το τρεμούλιασμα στα δάχτυλα των χεριών, μάρτυρας όσων τα χείλη με δυσκολία προσπαθούν να εμποδίσουν να φανούν.
-Δεν θέλω να σας φορτώσω τα δικά μου προβλήματα, αλλά δεν μπορώ να καταλάβω… Δεν ξέρω τι να κάνω. Συγνώμη που είμαι σήμερα εδώ… Σας ευχαριστώ πολύ μου με δεχτήκατε. Λυπάμαι που εκμεταλλεύομαι τον πολύτιμο χρόνο σας..
Λέξεις με μια ανάσα ειπωμένες. Λέξεις που κατάφεραν να δραπετεύσουν από τον κλοιό με τα σφιγμένα δόντια, κι ας είναι στα πένθιμα ντυμένες.
Ο ήλιος έξω από το παράθυρο χαμογελαστός, μέσα στο γραφείο όμως η ατμόσφαιρα χειμωνιάτικη.
-Δεν απαντάει στο τηλέφωνο ο γιος μου. Ψίθυρος απάντησης μετά από την παρότρυνση να ειδοποιήσει το νεαρό, να έρθει για να αναλάβει τις ευθύνες του.
Η εικονική προσπάθεια να καλέσει τον απείθαρχο γιο, δείγμα της ντροπής και της αδυναμίας να δεχτεί αυτό που βιώνει.
Πιθανόν και το δικό της κινητό να μην λειτουργεί.
Σίγουρα πάντως ο νεαρός, δεν έχει κινητό!!!
Το βουβό κλάμα γίνεται γοερό.
Τα δάκρυα ποτάμι.
Το πρόσωπο κατακόκκινο κρύβεται ανάμεσα στις παλάμες και κατεβαίνει σχεδόν ανάμεσα στα γόνατα.
Το ξέσπασμα κρατάει για λίγο, η ανάσα βγαίνει βαθιά. Αναστεναγμός και εκτόνωση συνάμα.
-Συγνώμη, ήταν ο επόμενος ψίθυρος. Σας τρώω τον πολύτιμο χρόνο σας, αλλά δεν ξέρω τι να κάνω. Δεν ξέρω γιατί τα κάνει αυτά. Είναι αδικαιολόγητος. Θέλω μια βοήθεια, αλλά οι ειδικοί θέλουν εκατό ευρώ στην επίσκεψη. Πού να τα βρω.
Θλιμμένος χείμαρρος τα λόγια, ντροπή και απόγνωση η σκοτεινή εικόνα στα μάτια.
-Φοβάμαι ότι, πριν ψάξουμε για οτιδήποτε άλλο, θα πρέπει εσείς να μάθετε να ζητάτε αυτά που δικαιούσθε. Να απαιτείτε. Και να δώσετε το μήνυμα σε όλους, ότι δεν θα καταθέσετε τα όπλα εύκολα. Ξεκινήσατε έναν αγώνα και πρέπει να τα καταφέρετε. Εμείς δεν είμαστε εδώ για να σας κάνουμε χάρη. Για να ακούμε τα προβλήματα και να προσπαθούμε να τα λύνουμε είμαστε. Υποχρέωσή μας είναι να δώσουμε τις συμβουλές μας και να αντιμετωπίσουμε μαζί τα προβλήματα..
Αχνό το χαμόγελο που σχηματίστηκε στα χείλη της. Πικρό.
-Το ξέρω, ψέλλισε και σηκώθηκε βιαστικά από την καρέκλα. Σας ευχαριστώ για ό,τι κάνετε. Σας ευχαριστώ….
-Μα μην με ευχαριστείτε, σας παρακαλώ ..
Οι τελευταίες λέξεις μάλλον δεν φτάσανε στα αφτιά της.
Είχε ήδη περάσει την πόρτα του γραφείου. Το βλέμμα την ακολούθησε στις σκάλες.
Ευτυχώς δεν χρειάστηκε βοήθεια στο κατέβασμα.
Στα κατεβάσματα, μόνον προσοχή χρειάζεται.
Η ανηφόρα είναι που κόβει την ανάσα και θολώνει το μυαλό.
Στην ανηφόρα γίνεται δύσκολη η πορεία, κυρίως όταν δεν υπάρχει χέρι να πιαστείς…