Πάει και τούτη η βδομάδα, τη φάγαμε.
Και το φαΐ μαζί στο μεζεδοπωλείο «Τα Κύθηρα».
Ένα ψιλόβροχο από νωρίς, πέρασε το μήνυμα της θλίψης και φούντωσε τη διάθεση φυγής.
Το μισόκιλο το κόκκινο κρασί στον πάτο. Η διάθεση απόδρασης στα ύψη.
-Πάμε να φύγουμε;
-Πάμε Κυπαρισσία;
-Πάμε
Τηλέφωνο σε ένα ξενοδοχείο που επιλέχτηκε από τον οδηγό του 2003
-Είσαστε κοντά στο λιμάνι;
-Πέντε μέτρα. Δίπλα από τις ψαροταβέρνες ..
Μερικά τηλεφωνήματα για να κανονιστεί ποιος θα προσέχει το σκύλο, που παρακολουθεί της κινήσεις και στέκει με κατανόηση στη γωνιά του σαλονιού, τα ρούχα από την ντουλάπα στο χέρι, τις φωτογραφικές μηχανές και στο δρόμο
-Να πάρουμε λεφτά
-Να βάλουμε βενζίνη.
-Θα χρειαστούμε και ψιλά για τα διόδια.
Η διαδρομή γνωστή αλλά αγνώριστη. Η νέα λεωφόρος, που συνδέει την παραλιακή με τη Αθηνών Κορίνθου
Κίνηση, λογική για την ημέρα και την ώρα περίπου έξι και μισή το απόγευμα Παρασκευής στα μέσα του Οκτώβρη.
Ασπρόπυργος στάση για βενζίνη.
Διόδια, τριακοστό χιλιόμετρο. Εδώ μου είπαν ότι έχει καλό προφιτερόλ.
Α, δεν πήρα τις αιμοτολογικές κλπ εξετάσεις που έκανα. Δεν πειράζει. Με την επιστροφή.
Πού να είναι άραγε η διώρυγα;
Ο δρόμος του αχλαδόκαμπου ευθεία πια. Ποιος θυμάται την ελικοειδή διαδρομή.
Δεν θυμάμαι πότε την πρωτοέκανα.
Θυμάμαι όμως την διαδρομή που έκανα στις 29 Μαρτίου 1975. Με το τραίνο. Αθήνα, Τρίπολη, 11ο Σύνταγμα Πεζικού. Μόνος.
Σήραγγα Αρτεμισίου, γρήγορα ταξίδι προς την Τρίπολη.
Οι στροφές της Μεγαλόπολης. Σκοτάδι. Κίνηση αρκετή. Αρκετά φορτηγά.
Ψιλόβροχο. Προσοχή στα φρένα μου. Του αυτοκινήτου δηλαδή, αλλά και του μυαλού μου ίσως ….
Στροφή στο δρόμο προς την Καλαμάτα. Αν φώτιζαν λίγο τους δρόμους.
Να θυμηθώ ότι μετά τις κατολισθήσεις του χειμώνα έγινε μια παρακαμπτήριος. Επιτέλους ξαναβγήκα στο δρόμο που άφησα πριν. Κάπου εδώ πρέπει να στρίψω δεξιά.
Ο βενζινάς ήταν ευγενής. «Θα πάτε δύο χιλιόμετρα πίσω και θα κάνετε αριστερά» Ε βέβαια. Αυτός είναι ο δρόμος. Ευτυχώς χωρίς κίνηση ιδιαίτερη, τα 140 χιλιόμετρα είναι σχετικά συντηρητική ταχύτητα.
Στροφή αριστερά. Κυπαρισσία σε 5 χιλιόμετρα.
Ο σιδηροδρομικός σταθμός, στρίβουμε δεξιά προς το λιμάνι.
Παρκάρισμα έξω από το ξενοδοχείο.
Μια μικρή βόλτα πριν μπούμε μέσα.
-Έλα καλό είναι.
Η μυρουδιά από το λιμάνι μας υποδέχτηκε θυμωμένα.
Δωμάτιο με θέα το λιμάνι, όπως το είχα ζητήσει.
Δεν έχει και πολύ κόσμο το ξενοδοχείο, έτσι μπορεί να καλύπτει τις ιδιοτροπίες ενός μάλλον καλόβολου κατά τα λοιπά επισκέπτη, σαν την αφεντιά μου.
Η κούραση έχει κάνει σαφή την παρουσία της, αλλά μπορείς και να την αγνοήσεις.
Βόλτα στην πάνω πόλη.
Πάντα την επισκεπτόμαστε. Έχει καταπληκτική θέα και ζεστασιά ανθρώπων.

Σε ένα ταβερνάκι, διαλέγουμε τραπέζι έξω στο πεζοδρόμιο, που είναι σκεπασμένο υποτυπωδώς. Οι λίγες σταγόνες της βροχής που φτάνουν κάπου, κάπου ομορφαίνουν την ατμόσφαιρα.
Γίδα βραστή και χύμα κόκκινο κρασί. Δεν είμαι ο ειδικότερος στα γαστιμαργικά, αλλά αυτό μου άρεσε.
Έκπληξη. Ένα κλαρίνο παίζει μέσα στην ταβέρνα. Κλαιει, γελάει, ξεσηκώνει, βαραίνει το στήθος. Παραμένω ροκ. Και αυτό είναι ροκ.
Η ημερήσια κατανάλωση κρασιού μεσημέρι βράδυ, ξεπέρασε το μηνιαίο στάνταρτ, που έτσι και αλλιώς δεν έχω.
Απόπειρα για νυχτερινή ζωή. Ένα φρέντο στην κεντρική πλατεία της Κυπαρισσίας και το μόνο που επιτυγχάνεται, είναι λίγη ώρα μετά στο δωμάτιο του ξενοδοχείου να μείνει η Νικολούλη κάτι να ψάχνει και εγώ να ταξιδεύω στα όνειρα μου.
Δεν τα λεω γιατί απλούστατα δεν τα θυμάμαι.
Έτσι και αλλιώς δεν θα τα έλεγα.
Ο ύπνος χορταστικός. Το πρωινό στο ξενοδοχείο, όχι και ιδιαίτερα πλούσιο και η ιδέα: «Πάμε στους Χριστιάνους και μετά γυρίζουμε να φαμε σε κάποιο χωριό. Αν βρίσκαμε κανένα κόκορα κοκκινιστό με χυλοπίτες».
Στο ξενοδοχείο δεν ήξεραν πώς θα μπορούσαμε να φτάουμε στους Χριστιάνους (Χριστιανόπολη τη λένε επισήμως) πηγαίνοντας μέσα από τα χωριά. Τη διαδρομή που μου πρότειναν μέσα από τα Φιλιατρά, την ήξερα.
Θα ψάξω.
Μια στάση στο κέντρο τύπου για τα Σαββατιάτικα φύλλα, μη και χάσω τη φόρμα μου. Έκανα κοπάνα αλλά, όσο νάναι μερικά χούγια δεν αλλάζουν.
Στροφή δεξιά για Αρμενιούς, Σπηλιά. Έτσι και αλλιώς η δεξιά στροφή εδώ δεν αποτελεί και καμιά πρωτοτυπία.
Μέσα στο μυαλό μου η σκέψη να ακολουθήσω μια διαδρομή που έχω ακούσει, αλλά δεν την ξέρω. Ούτε και μπορεί να μου την πει κανείς.
Η διαδρομή του συνονόματου παππού, που ξεκίνησε με τα πόδια από την Κυπαρισσία να πάει στους Χριστιάνους να προσκυνήσει στην εκκλησία από όπου όλα δείχνουν ότι έλκουμε το όνομά μας. Μόνο που εκείνος την έκανε με τα πόδια, ενώ ο ντελικάτος εγγονός επάνω σε εκατό άλογα.
Είναι η διαδρομή που ο παππούς άφησε την τελευταία του πνοή, έχοντας δίπλα του πιστό φύλακα ένα σκύλο συγγενούς που πάλευε με τα αρπαχτικά όσες ημέρες τον έψαχναν οι συγγενείς. Νιώθω να χρωστάω σε εκείνο αλλά και σε εμένα αυτή τη διαδρομή.
Στην περιοχή κατοικούν πολλοί συγγενείς, των οποίων γνωρίζω την ύπαρξη όχι όμως και την μορφή. Έχω ρίζες αλλά μου είναι άγνωστες.
Αρμενιοί. Σπηλιά, ακολουθώ το δρόμο προς τη Φαρακλάδα.

Ρωτάω πώς θα πάω προς τους Χριστιάνους. Ένας πολύ ηλικιωμένος με καθοδηγεί.
Ακολουθώ την υπόδειξή του. Χαλαζόνι, αριστερά επάνω. Να και ένα αριστερά. Περνάω από το μεγάλο αμπέλι. Πιο παλιά είχαν πολλά αμπέλια. Πού να τρέχεις να δουλεύεις όμως. Η κακία της ημέρας ..
Η αλήθεια είναι ότι έχει μείνει και ο απόηχος τους σταφιδικού, ενώ είναι υπαρκτό και το οινικό Τώρα ελαιώνες.

Κοίτα που έχει και διασταυρώσεις.
Ποιο δρόμο να πάρω. Ε καλά ας μη γίνομαι και υπερβολικός. Όταν λεω δρόμο δεν εννοώ την εθνική. Μονοπάτι εννοώ που κινδυνεύω να σπάσω το αυτοκίνητο. Δεν με πολυνοιάζει όμως. Διαισθητικά αποφασίζω.
Διαδρομή μέσα σε ελαιώνες. Και μακριά το μάτι να χορταίνει πράσινο.
Σε μια στροφή ένα εκκλησάκι.

Στην άκρη του δρόμου ταπεινά τα κυκλάμινα. Γονατίζω και τα φωτογραφίζω.

Η σκέψη μου δεν ήταν λάθος. Ένας δρόμος μέσα στις καλλιέργειες όλο και θα συναντάει ένα άλλο δρόμο και η αίσθηση που έχω είναι ότι ο προορισμός μου είναι στη σωστή κατεύθυνση.
Αργότερα θα μάθω, ότι αν έπαιρνα τον άλλο δρόμο στη διασταύρωση, θα έκανα ένα μικρό κύκλο, αλλά ο δρόμος ήταν πιο ήπιος.
Άρα πήρα το σωστό δρόμο.
Επιτέλους άσφαλτος. Ασφαλτοστρωμένος δρόμος εννοώ.
Στρίβουμε πάλι δεξιά. Σιγά που θα χάσουμε τη φόρμα μας.
Χριστιάνοι.
Εύκολο να εντοπισθεί ο Ναός

Αγια Σωτήρα στο Μωριά κι Αγιά Σοφιά στην Πόλη έλεγαν ο παλαιοί.
Προσκύνημα.

Μερικές φωτογραφίες για να στηρίζουν τη μνήμη, που έχει αρχίσει να κάνει τις απιστίες της. Τελικά οι φωτογραφίες αρκετές.
Ο Ναός κλειστός. Τα κλειδιά κάποιος ιερέας στα Φιλιατρά. Τρέχα γύρευε.
Με τα πόδια για ένα ουζάκι στην όμορφα διαμορφωμένη πηγή του χωριού.
Μια τελευταία ματιά και το αυτοκίνητο στρέφεται προς τα Φιλιατρά. Η επιστροφή ας γίνει δια της συνηθισμένης οδού.
Η ψηφιακή μηχανή στο χέρι βοηθάει να μείνουν εικόνες που το μάτι δεν χορταίνει. Μπροστά μας ο μεσσηνιακός κάμπος.

Στάση να κρατήσουμε το θέαμα σε μορφή bit και byte.
Αιφνιδιασμός από ερημοκλήσι του Αγίου Χριστοφόρου.

Πανέμορφο
Και η γκριζάδα του ουρανού, φωτίζει ακόμα περισσότερο την εικόνα.
Φιλιατρά. ο Πύργος το Άιφελ.

Ωραία ας μη το κάνουμε θέμα. Κάτι στο πιο κοντό.
Ο δρόμος της επιστροφής επιτρέπει στο όχημα να δείξει ότι μπορεί να βάλει τα αλογάκια του να καλπάσουν.
Ας μπούμε στη Σπηλιά να ψάξουμε για κανένα εστιατόριο.
Ατυχής η απόπειρα ως προς τον αντικειμενικό στόχο, φαΐ γιοκ, αλλά για μια άλλη φορά μικρό οικογενειακό ρεζιλίκι.
Ο ευγενής άνθρωπος αφού με ενημέρωσε περί της μη λειτουργίας τέτοια εποχή Ρεστωράν στην περιοχή και λοιπών μεζεδοπαροχών, τύπου ουζάδικο ρακάδικο μεζεδοπωλείο το Νόστιμον Ήμαρ, αναρωτήθηκε περί της αφεντιάς μου και έτσι τα ξαδέλφια ξανασυστηθήκαμε. Έμαθα και για το χτήμα του Μπόγρη. Εκεί άφησε ο παππούς την τελευταία πνοή.
Η αναζήτηση τροφής, κοίτα φίλε μου που οι ανθρώπινες ανάγκες παραμένουν οι ίδιες, έγινε αφορμή για μερικές φωτογραφίες της Κυπαρισσίας από ψηλά.

Φαΐ δεν βρέθηκε, οπότε η διάθεση για κόκορα με χυλοπίτες παρέμεινε. Μη σας κρατάω σε αγωνία. Μάλλον σε επόμενη κοπάνα θα βρούμε κάτι τέτοιο.
Το εστιατόριο του Μπίλυ πάντως κοντά στο ξενοδοχείο είχε καλή κουζίνα και καλό κρασί.
Ο απογευματινός περίπατος με τα πόδια τούτη τη φορά, αποκάλυψε για μια ακόμα φορά την πολυπραγμοσύνη των συνελλήνων.
Α ρε μεγάλε έλληνα. Ολάκερη κοινωνία δεν κατάφερε να αλλάξει τη ροή το Αχελώου, εσύ όμως με το νοματάρχη και τη λοιπής εξουσία συνεπικουρούντων ,σιγά που θα άφηνες το δρόμο να πηγαίνει κατά μήκος της παραλίας !!!

Το δειλινό εξαίσιο. Αποζημιώνει τον επισκέπτη που απολαμβάνει το καφέ του.


Ο δρόμος φέρνει στην πάνω πόλη.

Στο ίδιο το κεντράκι.
Στην ίδια θέση.
Σερβίρει και γουρουνοπούλα το μαγαζί. Οι ιατρικές εξετάσεις περιμένουν.
Η κομπανία μεγάλωσε. Το κλαρίνο έφερε και ένα μπουζούκι και ένα τουμπερλέκι.
Και οι οργανοπαίχτες ήταν εκεί.
Και η ευωχία περίσσευε.
Η γλώσσα του ηλικιωμένου που κάθισε, στο τραπέζι γαργάριζε λέγοντας ιστορίες δικές του, που όμως ντύναν τις εικόνες των άδειων μου αναμνήσεων.
Η παραλία πρόσφερε το τελευταίο ποτό της νύχτας.
Η αναχώρηση πλησιάζει.
Μια βόλτα το πρωί στο λιμενοβραχίονα,
τα διαδικαστικά, λίγες τυπικές κουβέντες και πορεία προς τα βόρεια.
Κακόβατος, Ζαχάρω Καϊάφας,
Κάτω Σαμικό.
Να ψάξω για τα κρινάκια στη παραλία Εδώ τα είχα δει, θυμάμαι.
Λείπουν. Δεν είναι η εποχή τους.
Αν πας, να θυμάσαι.
Τα κύματα εκεί, περιμένουν. Ποζάρουν.

Η πορτοκαλιά στην άκρη του δρόμου θα δώσει στον παραγωγό της δύο πορτοκάλια λιγότερα.
Πάνω στο δρόμο η φάρμα του Νόε κάνει καλό καφέ.
Στη διασταύρωση με τα Κρέσταινα στροφή δεξιά. Εν τέλει όταν μεγαλώνει ο άνθρωπος …
Η διαδρομή προς Κρέσταινα Ανδρίτσαινα μέσα στο πράσινο.

Ο εντοπισμός των κληρονομικών εδαφών με τη δεύτερη.
Παράδοση το κάναμε να μη βρίσκουμε το χτήμα με τις ελιές..
Πρέπει να δώσουμε και ραπόρτο για την αναμενόμενη παραγωγή ελαιολάδου.

Μια σκέψη για φαγητό στην Καρύτενα δεν προχώρησε και έτσι μας υποδέχτηκε το πολύ high μαγαζί, Faces στην Τρίπολη. Εκεί που είναι το 11ο ΣΠ. Tα είπαμε αυτά.
Βεβαίως οι μούρες μας, λόγω εμφάνισης δηλαδή, δεν ήταν ακριβώς για αυτό το μαγαζί, αλλά πάντως οι σαλάτες του ήταν πολύ καλές.
Κάνει και καλό χάμπουργκερ λεει. Έτσι διάβασα δηλαδή.
Τρίπολη - Αθήνα γρήγορα.
Μέσω Κηφισιάς. Αφορμή να περάσουμε και από την Αττική οδό.

Ώρα 8 το βράδυ Κυριακής
Το ταξίδι τελείωσε.
Τούτη τη φορά άρχισε από τα «Κύθηρα».