Δημοσιεύθηκε από Sotiris K. στο Ιανουάριος 31, 2004
Τίναξε το μαλλί της και ξεκίνησε να προχωράει. Αγέρωχα.
Πέρασε ανάμεσά τους με την άνεση της χειραφετημένης γυναίκας.
Επιφωνήματα θαυμασμού, σφυρίγματα, λέξεις πεταχτές.
Έφτασε στο γραφείο πήρε τα χαρτιά της, έψαξε στο κάτω συρτάρι πήρε το μικρό τσαντάκι και με το ίδιο αγέρωχο ύφος, κινήθηκε προς την αντίστροφη πορεία.
Νέα επιφωνήματα, νέες λέξεις πεταχτές, νέα σφυρίγματα.
Αλλά είναι πράγματι εντυπωσιακή γυναίκα. Και το ξέρει. Και δείχνει ότι το ξέρει.
…
Κινήθηκε βιαστικά ανάμεσα στις ραπτομηχανές. Η θωριά του εντυπωσιακή. Και μόνο η εμφάνισή του, άλλαξε το ηχόχρωμα της αίθουσας.
Τη θέση του ήχου των ηλεκτροκινητήρων των μηχανών, που σαν να πατήθηκε το κουμπί του στοπ σταμάτησαν απότομα, κατέλαβαν αναστεναγμοί βγαλμένοι βαθιά από το φυλλοκάρδι των κοριτσιών, που τις δούλευαν.
Μερικές, οι πιο θαρραλέες, άπλωσαν το χέρι τους και τον άγγιξαν. Όπου μπορούσαν. Και όπου ονειρεύονταν. Κατακόκκινος επιτάχυνε το βήμα. Οι αναστεναγμοί των κοριτσιών έγιναν φωνές και το άγγιγμα χούφτωμα.
Δεν το άντεξε.
Άρχισε να τρέχει προς την έξοδο της άλλης πλευράς…..
Δημοσιεύθηκε στο Μικρά Διηγήματα | Κανένα σχόλιο »
Δημοσιεύθηκε από Sotiris K. στο Ιανουάριος 29, 2004
Χτύπησε το ακουστικό του τηλεφώνου με δύναμη πάνω στη βάση του.
Είχε εκνευρισθεί πολύ.” Μα να είναι όλοι τους ηλίθιοι” μουρμούρισε. “Δεν μπορώ να το υποφέρω”. “Παλεύω καθημερινά μόνη μου και δε κουνάει κανένας τον κώλο του”. “Μόνο να κάνουν σχέδια επί χάρτου ξέρουνε”.
Ο εκνευρισμός της ήταν τουλάχιστον φανερός.
Πήρε στα χέρια της τα χαρτιά, που μόλις της είχε παραδώσει η γραμματέας της. Με την πρώτη ματιά τα πέταξε στο γραφείο της. Η ανόητη, η αγράμματη”, ξεφώνισε. “Σε μια παράγραφο τρία λάθη. Τι μού τα στέλνουν εδώ αυτά τα βούρλα”.
Τράβηξε μια τελευταία ρουφηξιά από το τσιγάρο της και το έσβησε μέσα στο φλιτζάνι του καφέ. Σηκώθηκε. Δεν θα έμενε ούτε λεπτό άλλο εδώ μέσα.
Πνιγότανε από την ανικανότητα που βασίλευε γύρω της. Πήρε το χαρτοφύλακά της και έριξε μέσα βιαστικά δυο τρεις φακέλους. Ξεκρέμασε από την κρεμάστρα το σακάκι της και το φόρεσε. Ίσιωσε το γιλέκο της και έστρωσε το παντελόνι της.
Κινήσεις μηχανικές αλλά και προσεχτικές συνάμα.
Πήρε τον χαρτοφύλακα και βγήκε από το γραφείο της. Βγήκε από το κτήριο.
Ο κόσμος στο δρόμο βιαστικός. Κινήθηκε προς το γειτονικό πάρκινγκ και ξαφνικά θυμήθηκε. Παραλίγο να το ξεχάσει.
Σήμερα έχει τα γενέθλια της η βαφτιστήρα της. Κλείνει τα πέντε και είναι η αγαπημένη της. Ευτυχώς που το θυμήθηκε έγκαιρα.
Άλλαξε κατεύθυνση.
Πέρασε απέναντι και μπήκε στο κατάστημα παιδικών ρούχων.
Από μέρες είχε δει ένα πανέμορφο συνολάκι.
Ροζ κοντή φουστίτσα σχετικά στενή, ελαφρύ ζακετάκι και ένα πουκάμισο λευκό με χαριτωμένα διακριτικά σχέδια. Καταπληκτικό.
Θα είναι μια μικρή κουκλίτσα, μια πανέμορφη μικρή κυρία σκέφτηκε.
Θα της το αγόραζε.
Αφηρημένα κοιτάχτηκε στον καθρέφτη.
Κοστούμι μολυβί, με γιλέκο.
Μαλλιά τραβηγμένα πίσω.
Τα γυαλιά της.
Ύφος αυστηρό.
Ένας τέλειος κύριος.
Δημοσιεύθηκε στο Μικρά Διηγήματα | Κανένα σχόλιο »
Δημοσιεύθηκε από Sotiris K. στο Ιανουάριος 17, 2004
Καλοβαλμένος λεπτή φιγούρα, πλούσια γκρίζα μαλλιά. Σπορ σακάκι κασκόλ περασμένο με προσεγμένη ατημελησιά.
Στάθηκε απέναντι στο γαλάζιο της θάλασσας και άφησε το βλέμμα του να μετρήσει την απεραντοσύνη της.
Μερικές ώρες πριν είχε φτάσει αεροπορικώς. Μεγάλο το ταξίδι του. Δύσκολη η πορεία του.
Το όνειρο ακόμα στα μάτια του.
Πάνε χρόνια. Ακόμα στα αφτιά του ηχεί η φωνή του παππού του. Να γίνεις Διαβάστε την συνέχεια του άρθρου »
Δημοσιεύθηκε στο Μικρά Διηγήματα | Κανένα σχόλιο »