Αρχείο για Νοέμβριος, 2003
Δημοσιεύθηκε από Sotiris K. στο Νοέμβριος 30, 2003
Δεν έχει διάθεση να γράψει κάτι.
Οι εικόνες που θέλουν να βγουν από μέσα του, χιλιάδες. Εικόνες που θα ήθελε να μοιραστεί με τους άλλους.
Εικόνες όπως της είδε, εικόνες όπως τις αντιλήφθηκε.
Εικόνες που δεν είναι μόνο αποτύπωση προσώπων και αντικειμένων. Είναι και περιγραφή σχέσεων και καταστάσεων. Είναι προβολή μέσα από τις μικρές ψηφίδες της καθημερινότητας, της ίδιας της ζωής.
Και όχι, μη νομίζεις, κάθε μια από αυτές της εικόνες, τις μικρές ψηφίδες που δημιουργούν τη ζωή, είναι από μόνη της αποτύπωση όλης της ζωής.
Ναι, το μικρό μέρος, που συμμετέχει στο κτίσιμο του συνόλου, αυτό το ελάχιστο τμήμα, κουβαλάει μέσα του ολόκληρη τη ζωή.
Δύσκολα όλα αυτά.
Πώς το σύνολο, που αποτελείται από τα μικρά κομμάτια, περιέχεται ολόκληρο στα μέρη που το αποτελούν; Πώς μπορεί το όλον να περιέχεται, ακέραιο στο κλάσμα του;
Ίσως γι’ αυτό δεν θέλει να τα γράψει. Ίσως μια άλλη φορά, τα πει και αυτά.
Σήμερα δεν έχει διάθεση να γράψει κάτι …
Δημοσιεύθηκε στο Μικρά Διηγήματα | Κανένα σχόλιο »
Δημοσιεύθηκε από Sotiris K. στο Νοέμβριος 29, 2003
Χρήματα έχει ελάχιστα, αλλά δεν τη νοιάζει. Οι γονείς της βέβαια στην Αθήνα έχουν πολλά.
Αλλά εκείνη δεν τα χρειάζεται.
Κατάφερε να επιθυμεί, μόνο αυτά που έχει.
Όσα χαλάει είναι λιγότερα από εκείνα που δαπανάει, ένας μέσος φοιτητής σε οποιαδήποτε επαρχιακή πόλη της Ελλάδας.
Τρία τέσσερα φούτερ, δυο πουλόβερ, δύο τζιν, τα εσώρουχα και το δερμάτινο μπουφάν είναι ό,τι έχει να κουβαλήσει.
Τρία χρόνια στο Λονδίνο, σπούδασε κοινωνικές επιστήμες και τώρα ετοιμάζεται να πάει στο Θιβέτ. Θα μετάσχει σε ένα πρόγραμμα εθελοντικής εργασίας.
Χωρίς αμοιβή βέβαια, αλλά και τι μ’ αυτό. Θα τις καλύψουν τροφή και στέγη.
Αυτή είναι η συμφωνία.
Δεν χρειάζεται άλλα. Τι να τα κάνει.
Τη φτάνει που θα μπορέσει να προσφέρει. Αυτό είναι που θέλει να κάνει. …
Δημοσιεύθηκε στο Μικρά Διηγήματα | Κανένα σχόλιο »
Δημοσιεύθηκε από Sotiris K. στο Νοέμβριος 28, 2003
Καλό το ταξίδι. Εντάξει, είχε μερικές αναταράξεις το αεροπλάνο, αλλά σε γενικές γραμμές όλα πήγαν καλά.
Τον περίμεναν σπίτι. Συμπτωματικό ήταν, αλλά όλοι ήταν εκεί. Και συγγενείς και ένα δυο φιλαράκια. Αγκαλιές φιλιά, καλωσορίσματα.
Ξέρεις, άμα έχεις να δεις κάποιον καιρό, η χαρά μπορεί να είναι και ανυπόκριτη.
Πιάσανε αμέσως τις κουβέντες. Ανοιχτά τα θέματα. Καλές οι χαρές, αλλά τα θέματα περιμένουν τη λύση τους. Μόνο που τα μπέρδεψε λιγάκι. Μπέρδεψε το καλωσόρισμα, με παραδοχή του ως κάτι το εξαιρετικό. Τη συγκατάβαση, με υπεροχή…
Με ύφος δέκα καρδιναλίων, άρχισε να αγορεύει δίνοντας απαντήσεις προς όλες τις κατευθύνσεις. Ως και σε εκείνο το γνωστό τους, το δικηγόρο, άρχισε να αναλύει την ορθή ερμηνεία του άρθρου 381 το Κώδικα της Ποινικής Δικονομίας, και ας μην ήξερε τα τρία κακά της μοίρας του.
Χάζι τον κάνανε όλοι και νάτος τώρα.
Έπαρση και αμετροέπεια……
Κ’ η μυλωνού τον άντρα της με τους πραματευτάδες
Δημοσιεύθηκε στο Μικρά Διηγήματα | Κανένα σχόλιο »
Δημοσιεύθηκε από Sotiris K. στο Νοέμβριος 27, 2003
Μπήκε μέσα στο γραφείο του νοσηλευτικού προσωπικού. Κάτι τελευταίες διατυπώσεις, μια δυο υπογραφές, μια στρογγυλή σφραγίδα. Ο συγγενής του, επιτέλους, θα έβγαινε υγιής.
Η κουβέντα ευγενική και αδιάφορη μάλλον. Τυχαία μιλήσανε για αιμοδοσία. Α, εγώ δίνω συστηματικά αίμα, είπε. Χρόνια τώρα, μια δυο φορές το χρόνο, δίνω αίμα. Δεν τρέχει και τίποτα.
Ο υπάλληλος πίσω από το γραφείο, που μέχρι εκείνη την ώρα έδειχνε απορροφημένος σε κάτι χαρτιά και υπολογισμούς, έδειξε ζωηρό ενδιαφέρον.
Και πόσο χρονών είσαι ρώτησε.
54 απάντησε στρεφόμενος προς τον υπάλληλο, που έκανε την ερώτηση.
54 και δίνεις αίμα. Και γιατί αυτοί εδώ οι κόπανοι, μου λένε εμένα ότι επειδή είμαι 50 δεν κάνει να δώσω αίμα. Να αυτό έκανα τώρα, συνέχισε. Υπολόγιζα πόσες μέρες άδειας θα πάρω, αν δώσω αίμα. Ξέρεις είναι και οι ελιές που θέλω να μαζέψω και θα μου έρθει κουτί. Άκου τους μαλάκες να μη θέλουν να με αφήσουν να δώσω αίμα…..
Πήρε τις τελευταίες σφραγίδες πάνω στο εξιτήριο του συγγενούς του, καλημέρισε το προσωπικό του γραφείου και τον υπάλληλο, που ήθελε να δώσει αίμα και βγήκε.
Η χαρά του, για την έξοδο του συγγενούς του είχε μειωθεί. Ένιωσε ότι εκείνος είχε μειωθεί σαν άνθρωπος. Τόσα χρόνια αιμοδότης και ουδέποτε διανοήθηκε να κάνει χρήση της προβλεπόμενης αδείας.
Όχι ρε παιδιά. Δε θέλω αντίδωρο για το δώρο ζωής που κάνω. Δεν πουλάω το κορμί μου
Δημοσιεύθηκε στο Μικρά Διηγήματα | Κανένα σχόλιο »
Δημοσιεύθηκε από Sotiris K. στο Νοέμβριος 25, 2003
Καφενείο.
Ταβλάκι.
Τα ούζα διπλά και με τους πρώτους μεζέδες. Κερασμένα τα δεύτερα με τους δεύτερους μεζέδες. Ο τάμπης την ξέρει τη δουλειά.
Στο διπλανό τραπέζι πρέφα. Και μια και το ντέρμπι πέρασε στα αρχεία, τροφή για τους ιστορικούς του μέλλοντος, μια και τα θέματα της ημερήσιας διάταξης παραμένΕΙ ανεξάντλητα, (ποιος θυμάται την αττική σύνταξη;), ανασύρθηκε ο δοκιμασμένος παλιός καλός προβληματισμός.
Περί πολιτικής πολιτικών οι πολίτες ομιλούν.
Η αττική συνήθεια του «τις αγορεύει βούλεται» ζώσα νεαρή, γραμμή συνέχειας.
Ο ρυθμός αναλλοίωτος.
Τα ούζα, πάντα διπλά, τα τρίτα. Τρίτοι και οι μεζέδες. Εξάρες, ασόδυο. ….
Όλοι ίδιοι είναι. Λόγος απόλυτος. Λόγος αναμφισβήτητος. Το αποτέλεσμα μετράει. Ναι, αλλά μόνο το αποτέλεσμα μετράει; Και η νίκη να είναι Πύρρειος; Αν το αποτέλεσμα απαιτεί την θυσία των πολλών υπέρ των ολίγων; Μπορεί και να δεχτείς ότι όλα πάνε κατά διαόλου. Ποια είναι όμως η εναλλακτική λύση; Μήπως αυτό που έρχεται, απλώς είναι χειρότερο από αυτό που υπάρχει; Μήπως η κακή πορεία, δεν είναι η χειρότερη; Μήπως ο κορεσμός προβάλλεται σαν αναποτελεσματικότητα; Αλήθεια, πότε παράχθηκε ιδεολογία και νέα πολιτική σκέψη; Ποιοι την εκπροσωπούν αυτή; Τι νέο έρχεται να αντικαταστήσει, ποιο παλαιό; Σκέφτηκες το ενδεχόμενο το νεότερο να είναι αναπαλαίωση του ξεχασμένου παλαιού κακού ειδώλου; Ναι, όμως είναι φανερό. Κουράστηκαν. Κούρασαν. Και πάνω απ’ όλα, δεν γέννησαν το νέο. Δεν θέλησαν ή δεν μπόρεσαν; Η δικιά τους νιότη, που αναντίρρητα χρωμάτισε τα γκρίζα των πολλών, ξεθώριασε. Αλλά, αυτό που στη γωνιά περιμένει, κρατάει γκρίζο πέπλο, να σκεπάσει πάλι το ξεθωριασμένο χρώμα. Για δες. Και όμως είναι γκρίζο. Νέο, απαστράπτον, γυαλιστερό, αλλά γκρίζο.
Δημοσιεύθηκε στο Μικρά Διηγήματα | Κανένα σχόλιο »
Δημοσιεύθηκε από Sotiris K. στο Νοέμβριος 24, 2003
Λεπτή φιγούρα. Ωραίο σώμα, αυστηρή μορφή.
Το ταγιέρ ασορτί.
Αυστηρό. Χρώμα καφέ, η φούστα περίπου στο γόνατο, σε στενή κουπ, σακάκι μεσάτο.
Τον προσπέρασε με βήμα σταθερό, αγέρωχο θα το έλεγε. Το σκίσιμο της φούστας μέχρι πολύ ψηλά. Άφηνε να φαίνεται το διχτυωτό καλσόν, και το όμορφο σφριγηλό πόδι.
Έως οριακά ψηλά.
Σχεδόν ως το εσώρουχο.
Ίσως η στενή γραμμή της φούστας την ανέβαζε λίγο ψηλότερα. Ανεπαίσθητα, κίνησε με τα χέρια της ελαφριά τη φούστα προς τα κάτω και συνέχισε το αγέρωχο βάδισμά της.
Η πρόκληση σαφής.
Απάντηση;
Δημοσιεύθηκε στο Μικρά Διηγήματα | Κανένα σχόλιο »
Δημοσιεύθηκε από Sotiris K. στο Νοέμβριος 23, 2003
Το θέμα είναι φίλε μου, τα ριντό ΑΥΤΟΣ που θα του πει να τα τραβήξει,
την αλήθεια ν’ αποκαλύψει, της λευτεριάς του την ευθύνη να αναδείξει.
Κι ΑΥΤΟΣ, που θα του πει αυτά, τη λίμνη αφού πετροβολήσει,
δείχνοντας τα κύματα που αυτή στα βάθη της καλύπτει,
και άλλους βολεμένους λάμνοντας βαρκάρηδες, απ’ την ανατροπή και τον πνιγμό θα σώσει.
Και αν δεν τους γίνει μπορετό μόνοι τους να σωθούνε,
γιατί ως τώρα μάθανε σε άλλους να προστρέχουν,
είχε ΑΥΤΟΣ δικαίωμα φουρτούνες να γεννήσει;
Δημοσιεύθηκε στο Να τα πω ποίηση; | Κανένα σχόλιο »
Δημοσιεύθηκε από Sotiris K. στο Νοέμβριος 21, 2003
Πώς του ήρθε; Πού το θυμήθηκε τώρα αυτό;
Του είχαν φέρει μια καρδερίνα. Την είχαν πιάσει κάτι φίλοι, με ξόβεργες. Το κλουβάκι της σχετικά μικρό, αλλά άνετο. Είχε και μια αιώρα, να κουνιέται και να κελαηδάει. Έδειχνε ευτυχισμένη εκεί μέσα. Ναι, αλλά τα πουλιά γεννηθήκανε να ζουν ελεύθερα. Μετά τον πρώτο ενθουσιασμό, το αποφάσισε. Κατέβασε από το καρφί, που είχαν κρεμάσει το κλουβί, έβαλε φρέσκο νερό και τροφή. Απομακρύνθηκε και περίμενε να φαει. Η καρδερίνα, αφού πέρασε από την ταΐστρα και το δοχείο του νερού, ξαναβρέθηκε στην αιώρα και συνέχισε τα φωνητικά της παιχνιδίσματα.
Αποφασιστικά πλησίασε το κλουβί και άνοιξε την πόρτα. Τα πουλιά γεννηθήκανε να ζουν ελεύθερα. Η καρδερίνα βρήκε την πόρτα. Διστακτικά, στάθηκε μια στιγμή στο πλέγμα της πόρτας και μετά πέταξε ελεύθερη. Δεν πήγε μακριά. Στον απέναντι θάμνο στάθηκε. Τόσο καιρό φυλακισμένη, τα φτερά ήταν αδύναμα. Μπορεί να στάθηκε και για να τον ευχαριστήσει. Ο γάτος, ήταν εκεί. Και ήταν πιο γρήγορος.
Όχι. Το θέμα δεν είναι το φυλακισμένο πουλί. Ούτε η φυλακή του. Και κανείς δε ζήτησε εκδίκηση για τη συμπεριφορά του αιλουροειδούς. Το θέμα είμαι η σχέση του Ηγέτη με αυτούς που τον εμπιστεύονται. Του ισχυρού με αυτούς που δεν είναι, ή δεν θέλουν να είναι, ισχυροί. Είναι τα ερωτηματικά του Καθοδηγητή, όταν κηρύσσει τον αγώνα για τα αυτονόητα και πείθει. Είναι η προσωπική ευθύνη που αναλαμβάνει, όταν οι πειθόμενοι, δεν μπορούν ή δεν θέλουν να εκπαιδευτούν για να επιβιώσουν στις νέες συνθήκες. Και το δίλημμα που ορθώνεται είναι αμείλικτο. Να ενεργήσει σύμφωνα με τις αρχές του ή να κάνει συμβιβασμούς ….
Δημοσιεύθηκε στο Μικρά Διηγήματα | Κανένα σχόλιο »
Δημοσιεύθηκε από Sotiris K. στο Νοέμβριος 19, 2003
Shopping therapy ή Ψυχικές διαταραχές;
Πέρασε μπροστά από τα ράφια ψάχνοντας. Για την ακρίβεια, πιο πολύ χάζευε παρά έψαχνε κάτι συγκεκριμένο.
Shopping therapy θα το έλεγε καλύτερα, αλλά με το target να είναι τα μικρά καθημερινά είδη.
Κόντευε να γεμίσει το καλάθι. Όχι της νοικοκυράς, αυτό άλλωστε μόνο η Κυρία Στατιστική το κουβαλάει. Το άλλο, αυτό που έσπρωχνε.
«Α να πάρω και κανένα γκαζάκι». Πήρε τέσσερα πέντε φιαλίδια και τα έριξε στο καλάθι.
Αφηρημένα κοίταξε την τιμή. 84 λεπτά του ευρώ.
«Μα ένα πενηντάρικο τα αγόραζα» αναφώνησε. Θυμήθηκε την αλήστου μνήμης δραχμή. Έκανε τον πρόχειρο υπολογισμό.
84 λεπτά, περίπου 280 δραχμές για ένα γκαζάκι !!!. Εεεεπππ τι έγινε;. Ξαφνικά το συνειδητοποίησε!!! «Μα καλά», αναρωτήθηκε. «Τι άλλαξε και το πενηντάρικο πέταξε στις διακόσιες ογδόντα δραχμές; Η τιμή του αργού πετρελαίου, της πρώτης ύλης δηλαδή, παραμένει στα ίδια επίπεδα τα τελευταία χρόνια. Η σχέση ευρώ δολαρίου είναι υπέρ του ευρώ άρα ουσιαστικά θα πρέπει να έχει φθηνήνει κιόλας. Η τιμή του μετάλλου για την κατασκευή του φιαλιδίου, δεν άλλαξε. Η διαδικασία παραγωγής είναι η ίδια. Νέες επενδύσεις , ώστε να πει κανείς για κόστος του κεφαλαίου και αποσβέσεις, δεν έγιναν. Οι εργάτες και οι εργαζόμενοι στην παραγωγή και τη διακίνηση του προϊόντος, πήραν τα τελευταία χρόνια αυξήσεις, που συνολικά δεν ξεπερνούν το 30%. Πώς μπορεί να δικαιολογηθεί λοιπόν αυτή η αύξηση του 460%. !!!
Σε τίνος τις τσέπες καταλήγει ανενδοίαστα.
Και ας μη μιλήσει κανείς για στρογγυλοποίηση των τιμών,λόγω ευρώ.»
Τι λένε επ’ αυτού οι υπέρμαχοι του οικονομικού φιλελευθερισμού;
Δημοσιεύθηκε στο Πολιτικές αναζητήσεις | Κανένα σχόλιο »
Δημοσιεύθηκε από Sotiris K. στο Νοέμβριος 18, 2003
Θα γίνει ένα συνέδριο. Θα πάμε αεροπορικώς, είναι ευκαιρία του είχαν πει. Ευκαιρία όντως σκέφτηκε. Δεν είχε ταξιδέψει με αεροπλάνο μέχρι τότε. Όλα πληρωμένα. Το συνέδριο δεν τον απασχολούσε. Δεν είχε να πει τίποτα ουσιαστικό, ούτε και μπορούσε άλλωστε. Από πού έως πού. Και με ποια ιδιότητα. Ο τελευταίος τροχός της άμαξας ήταν. Η τελευταία τρύπα στο σουραύλι. Πολύ του άρεσε αυτή η έκφρασή. ….
Φιλοξενήθηκε στο σπίτι ενός από τα μέλη της οργανωτικής επιτροπής του συνεδρίου. Ωραία. Θα πήγαινε καμιά ωρίτσα στις εργασίες του συνεδρίου, ούτε και που καταλάβαινε τι λέγανε, και θα έκανε τις βόλτες του, να δει, να θαυμάσει, να κάνει και κάτι ψώνια που του είχαν παραγγείλει ……
Τον συνάντησε στο σπίτι που τον φιλοξενούσαν. Στέλεχος της τοπικής κοινωνίας, αρθρογραφούσε και στο τοπικό αντιπολιτευόμενο τύπο. Μαχητικός δυναμικός γνωστός για τις ρηξικέλευθες θέσεις τους.
Ξαναβρεθήκανε στις αίθουσες του συνεδρίου σε ένα διάλειμμα για καφέ, λίγο πριν την κοπανήσει για μια από τις προγραμματισμένες «επιθέσεις στις βιτρίνες» για shopping therapy. Μίλησαν κάπως αδιάφορα για το θέμα του συνεδρίου. Τι να πει άλλωστε. Δεν ήξερε, ούτε και τον ενδιέφερε, το θέμα. Ευτυχώς ήταν και άλλοι εκεί και το πράγμα μπαλώθηκε.
Σ’ ένα απογευματινό διάλειμμα, μια και τα μαγαζιά ήταν κλειστά και η βαρεμάρα και η αδιαφορία για τις εργασίες του συνεδρίου δεδομένη, κάθισε στο μπαρ να απολαύσει τον καφέ του. Ο άλλος, στρώθηκε απέναντί του. «Θα ήθελα να μιλήσουμε λιγάκι», του είπε. Τον έλουσε κρύος ιδρώτας, τι να έλεγε; «Κοίταξε», προσπάθησε να τα μασήσει, «εγώ δεν είμαι ο πιο ειδικός». «Δεν πειράζει», τον καθησύχασε ο άλλος. «Άλλωστε πάνω σε γενικά θέματα θα μιλήσουμε».
Η επιστροφή από το συνέδριο ψιλοεπεισοδιακή. Να περάσουνε κάτι από το τελωνείο προσπάθησαν μερικοί, ένας βούτηξε, για πλάκα είπε μετά, ένα κομμάτι κρέας. Μισό χοιρινό ήτανε δηλαδή. Το συνέδριο πέρασε στην ιστορία.
Με το ταχυδρομείο που ήρθε, έφτασε και ένας φάκελο με έντυπο μέσα. Ήταν από την πόλη που είχαν πάει. «Α ωραία», σκέφτηκε, «θα έχει ρεπορτάζ από το συνέδριο. Να δω αν είμαι σε καμιά φωτογραφία, να κάνω το κομμάτι μου». Ήταν πράγματι εφημερίδα. Αυτή που αρθρογραφούσε το στέλεχος της τοπικής κοινωνίας, που γνώρισε. Ο τίτλος πρωτοσέλιδος, οκτάστηλος, με ξύλινα γράμματα. Το υπόγραφε το στέλεχος «Μας μιλάει ο κύριος ….» και ναι ανέφερε το δικό του όνομα. Ο κύριος ….. ήταν αυτός. Τα δικά του λόγια είχε παρουσιάσει σαν σημαντικές δηλώσεις στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας. «Μα εγώ…», ψέλισε στον εαυτό του «εγώ τι είπα, πώς μίλησα…..».
Δημοσιεύθηκε στο Μικρά Διηγήματα | Κανένα σχόλιο »
Δημοσιεύθηκε από Sotiris K. στο Νοέμβριος 17, 2003
Στη ουρά στην τράπεζα. Βιάζεται να τελειώσει ο χρόνος πιέζει. Δυο θέσεις μπροστά του στέκεται και περιμένει ήρεμος.
Το χρόνια πέρασαν και φαίνονται. Και στους δυο τους.
Τα μαλλιά, όσα απόμειναν δηλαδή, γκριζάρισαν έντονα. Η φρεσκάδα στο πρόσωπο αποτελεί ανάμνηση.
Όπως ανάμνηση είναι και οι εικόνες που πέρασαν ξαφνικά ολοζώντανες εμπρός του……
Τελευταία μέρα στο στρατό. Μετά από δεκαπενθήμερη άδεια, ανέβηκε μέχρι τη μονάδα να πάρει το απολυτήριο.
Και να δεις τιμές. Ο Υποδιοικητής, ένας Ταγματάρχης, τον είχε εκθειάσει μπροστά σε όλο το λόχο. Οι στρατιώτες, τον χαιρέτησαν με θέρμη. Είχαν περάσει καλά μαζί.
Συντροφικά θα έλεγε.
Και τώρα, αυτός έπαιρνε το απολυτήριο….
Ε, όσο και να συνεχίζει να μην έχει τις καλύτερες των εντυπώσεων για το στρατό και τις λειτουργίες του, εκείνη η ημέρα του φαινότανε μια όμορφη μέρα.
Η μικρή τελετή είχε τελειώσει. Πέρασε από το θάλαμο να μαζέψει κάτι μικροπράγματα. Χαιρέτισε δυο φιλαράκια, που ήταν ελεύθεροι υπηρεσίας, τους ευχήθηκε καλοί πολίτες και έκλεισε την πόρτα πίσω του.
Κατηφόρισε το μονοπάτι προς την πύλη με το απολυτήριο στην τσέπη.
Λίγο πριν φτάσει στη σκοπιά τον περίμενε ο «γέρος».
Συνομήλικοι ήταν. Και οι δυο για διαφορετικούς λόγους είχαν αργήσει να παρουσιαστούν στο στρατό. Ήταν οι μεγάλοι του στρατοπέδου. Αλλά ο «γέρος» είχε εισπράξει το παρατσούκλι γιατί περπατούσε, έτσι από φυσικού του, σκυφτός.
Δεν τον είχε δει επάνω στην συγκέντρωση και του είχε κάνει εντύπωση.
Ο «γέρος» τον πλησίασε με τα χέρια στην πλάτη. Του χαμογέλασε. «Σειρά» είπε του γέρου, «σε αφήνω. Άντε και στα δικά σου».
Ο «γέρος» πρόβαλε το ένα χέρι και το έτεινε μπροστά. Κρατούσε ένα ματσάκι λουλούδια. Λίγες μαργαρίτες, δυο τρεις παπαρούνες, μια δυο ανεμώνες. Πρότεινε το ματσάκι και του είπε. «Αδερφέ σε ευχαριστώ για όλα. Δεν μπορώ να σου χαρίσω κάτι άλλο. Μάζεψα τα λουλούδια κοντά στη μάντρα. Θέλω να πάρεις μαζί σου».
Το δάκρυ δεν χάλασε τη φρεσκάδα των λουλουδιών …….
Δε θυμάται να έχει πάρει ποτέ καλύτερο δώρο. Το έχει ακόμα …..
Δημοσιεύθηκε στο Μικρά Διηγήματα | Κανένα σχόλιο »
Δημοσιεύθηκε από Sotiris K. στο Νοέμβριος 17, 2003
Όχι φίλε μου δεν κερδίζεις τίποτα με κονκάρδες του Τσε και συνθήματα. Δεν κερδίζεις καν σπάζοντας βιτρίνες και προκαλώντας τους «οικογενειάρχες».
Για σκέψου. Μήπως προς σ’ αυτή την κατεύθυνση σε εξωθεί το σύστημα; Μήπως με αυτά (θέλει να) σε κάνει υποχείριό του, για να αναπτύξει τους ελεγκτικούς και κατασταλτικούς μηχανισμούς του;
Όχι φίλε μου, τις μέρες του ’73 τα παιδιά με τα μακριά μαλλιά, δεν τα έβαλαν με τους υπάρχοντες «νόμιμους» πολιτικούς σχηματισμούς, γιατί απλούστατα αυτοί ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΑΝ. Ο αγώνας έγινε ΚΑΙ για το δικαίωμα της ύπαρξης πολιτικών σχηματισμών.
Και ο αγώνας (συνεχίζει να) γίνεται, με όλο και λιγότερες δυστυχώς πιθανότητες να τελεσφορήσει, για τους ίδιους λόγους.
Για Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία.
Τα όπλα ίσως αλλάζουν, αλλά ο αγώνας συνεχίζεται. Και περνάει, αναγκαστικά, από την προσωπική προσπάθεια του καθενός για την κατάκτηση τους.
Γιατί το ψωμί συμβολίζει πλέον την ανάγκη για δίκαιη κατανομή του πλούτου που παράγεται. Και αυτό είναι παράλογο να προσπαθείς να το πετύχεις καταστρέφοντας το μόχθο του άλλου. Το λογικό είναι να παράγεις και να απαιτείς ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ στους μηχανισμούς διανομής.
Η κατανόηση της φύσης της Κοινωνίας και η εσωτερίκευση των πανανθρώπινων ιδανικών είναι σκοπός της Παιδείας, και η κατάκτηση της προσωπικής Ελευθερίας, είναι η προϋπόθεση για την επίτευξη των ιδανικών και την πραγμάτωση του ονείρου.
Και, όχι φίλε, αυτά δεν κατακτώνται με το σπάσιμο του κεφαλιού του απέναντι, όσο και αν αυτό το κεφάλι είναι ένα από τα πολλά της Λερναίας Ύδρας του συστήματος.
Όχι φίλε, δεν γίνεται με το κάψιμο της περιουσίας του «νοικοκυραίου», γιατί έτσι τον στέλνεις δώρο στα γρανάζια του συστήματος και κάνεις άλλον ένα εχθρό σου.
Όχι φίλε, ο αγώνας δεν γίνεται με καταστροφή του υλικού πλούτου.
Ο αγώνας γίνεται με δημιουργία ψυχικού και πνευματικού πλούτου. Ατομικού και ταυτόχρονα συλλογικού. Όχι, δεν θα κάτσεις στα αυγά σου. Αλλά η λύση δεν θα έρθει με κονκάρδες και συνθήματα. Τα θέλεις και αυτά. Να σου μπολιάζουν το όνειρο. Αλλά το μπόλι μόνο του δεν φτάνει. Θέλει προσωπική κατάθεση. Θέλει προσωπική και συλλογική δράση.
Η ρήξη στο σύστημα δεν γίνεται πετροβολώντας το απ’ έξω.
Και αν ακόμα ψάχνεις το μήνυμα του Πολυτεχνείου, για σκέψου μήπως κρύβεται στο σύνθημα «ΟΛΟΙ ενωμένοι». Όχι απαραίτητα με ίδιες απόψεις και θέσεις. Ούτε βέβαια ισοπεδωμένοι.
Δημοσιεύθηκε στο Πολιτικές αναζητήσεις | Κανένα σχόλιο »
Δημοσιεύθηκε από Sotiris K. στο Νοέμβριος 16, 2003
Η καθημερινή πρωινή βόλτα τελείωσε.
Ανέβηκε τις σκάλες και μπήκε στο δωμάτιό του. Κατευθύνθηκε προς το μπάνιο και ετοιμάσθηκε να πάρει το λουτρό του. Το τηλέφωνο χτύπησε. Ευτυχώς δεν είχε μπει ακόμα στη μπανιέρα.
Έριξε επάνω του το λευκό του μπουρνούζι και πήγε προς το σαλόνι να σηκώσει το τηλέφωνο. Ήταν από το γραφείο. Θα έπρεπε να βιαστεί να πάει εκεί.
Γύρισε προς το μπάνιο. Η ματιά του έτρεξε στα απέναντι κτήρια.
Στην πολυκατοικία της αρχής του δρόμου την είδε. Η μπαλκονόπορτά είναι ανοιχτή και η κουρτίνα τραβηγμένη. Μπορεί να βλέπει μέσα στο δωμάτιο. Μάλλον είναι η κρεβατοκάμαρα. Την είδε να μπαίνει από την πόρτα, που φαινότανε στο βάθος της κάμαρας. Ολόγυμνη. Αδιαφορώντας για το αν έχει θεατές. Κινείται προς την μπαλκονόπορτα χωρίς να βιάζεται και για λίγο χάνεται πίσω από τον τοίχο. Νάτην πάλι. Φοράει ήδη ένα λευκό σλιπ και προσπαθεί να βάλει το σουτιέν της. Βάζει το πανταλόνι της. Τώρα ένα μπλουζάκι. Γυρίζει προς τη μπαλκονόπορτα. Την σφαλίζει και τραβάει την κουρτίνα. Άλλη μια μέρα άρχισε….
Μίλησε για σήμανση των σχέσεων, των καταστάσεων, των συνθηκών, «πέρα από το φαινόμενο». Και είπε το παραμύθι του, με το δικό του τρόπο. ………..
Ήθελε να δείξει και είπε …….
Το σήμα, για το τέλος της προσωπικής ελευθερίας. «Το τηλέφωνο χτύπησε»./
Εισβολή στο χώρο του ιδιωτικού, παρείσακτων και κλεφτών χρόνου. «Οι συνεργάτες από τη δουλειά»./
Οργάνωσε την άμυνά του όταν έλαβε το σήμα. «Φόρεσε το μπουρνούζι»./
Η χωρίς περιορισμούς και συμβάσεις ελεύθερη επικοινωνία «Η μπαλκονόπορτά είναι ανοιχτή και η κουρτίνα τραβηγμένη. Μπορεί να βλέπει μέσα στο δωμάτιο.» /
Η ελευθερία. «Το σώμα της γυμνό», χωρίς κάλυμμα τα ρούχα, σε κοινή θέα. /
Η αγνότητα. «Το λευκό έσω-ρούχο.» Κρυμμένο κάτω από τα ρούχα –σύμβολα των κοινωνικών συμβάσεων. /
Η μέρα άρχισε./
Όρθωσε τα τείχη των συμβάσεων. «Έβαλε το παντελόνι και το μπλουζάκι»./
Οργάνωσε τις άμυνες της απέναντι στους εισβολείς στο πεδίο της απόλυτης προσωπικής ελευθερίας. «Σφάλισε την πόρτα και τράβηξε την κουρτίνα» …..
Ο ποιητής δεν είναι ποιητής. Σκεφτικός και αμήχανος παρατηρητής, ίσως να θεωρηθεί.
Και δύστροπος ….
Δημοσιεύθηκε στο Μικρά Διηγήματα | Κανένα σχόλιο »
Δημοσιεύθηκε από Sotiris K. στο Νοέμβριος 16, 2003
Σκαρφάλωσαν στα χαλάσματα του ερειπωμένου σπιτιού. Μακριά από τον κόσμο.
Η θάλασσα έφτανε σχεδόν μέχρι τις άκρες του. Αλήθεια πώς δεν το είχε γκρεμίσει ακόμα;
Κάθισαν στη μικρή τσιμεντένια ή σε ό,τι είχε απομείνει από αυτήν. Ο ήχος του κύματος που ανάλαφρα έσκαζε μπροστά τους μουσική μελωδία.
Η αλμύρα της θάλασσας, οι μυρωδιές της, οι μυρωδιές από την συστάδα με τις πικροδάφνες στην πάνω μεριά του δρόμου, η μυρωδιά του νυχτολούλουδου ξεχασμένο σε μια διπλανή αυλή.
Της έπιασε απαλά το χέρι. Έγειρε επάνω του να ακουμπήσει στον ώμο του.
Απέναντι τα βουνά του νησιού που πίσω τους ο ήλιος άρχισε να γέρνει.
Το φως της μέρας χαμήλωσε. Το γκρίζο με το πορφυρό χρωματίζουν με τις δικές τους πινελιές την εικόνα που βυθίζουν τις ματιές τους.
Οι χτύποι της καρδιάς ήρεμοι. Ακολουθούν τις δονήσεις του δειλινού. 23 και 18 τα χρόνια τους ή και 83 και 78 ή και …. τι σημασία έχει;
Συναντήθηκαν είναι μαζί.
Καθένας με την πορεία του τις δικές του μικρές χαρές και λύπες. Ή και μεγάλες.
Τα δικά του προδομένα όνειρα και τις δικές του φοβίες.
Ε και; Τι σημασία έχουν αυτά;
Είναι εκεί μαζί.
Με ένα άγγιγμα των χειλιών, με ένα χάδι, μπροστά στο ίδιο δειλινό να ακούν τον ίδιο παφλασμό των κυμάτων, να γεύονται την ίδια αλμύρα.
Και που η αλμύρα μπορεί να μην είναι από τη θάλασσα αλλά από τις δικές τους τρικυμίες;
Και που οι ήχοι είναι στα αυτιά τους και τα χρώματα στα μάτια τους από τις όμορφες οι άσχημες της δικής τους καθημερινότητας;
Και που η ευωδιά του νυχτολούλουδου έρχεται από άλλες μακρινές γειτονιές;
Και που το λουλούδι που της χάρισε δεν το έκοψε από το φυτό του;
Ναι, ίσως ανήκουν αλλού, αλλά είναι μαζί.
Και είναι μια ένωση πιο δυνατή.
Το άγγιγμα του χεριού πιο τρυφερό.
Η επαφή των χειλιών πιο ηδονική.
Και το σ’ αγαπώ πιο αληθινό.
Η νύχτα προχώρησε.
Οι ήχοι της, τα χρώματά της, οι μυρωδιές της, τα συναισθήματα που γεννάει, άνοιξαν τη μεγάλη πόρτα της και φώτισαν το δικό της χαμόγελο.
Καλή η νύχτα !!!
Δημοσιεύθηκε στο Μικρά Διηγήματα | Κανένα σχόλιο »
Δημοσιεύθηκε από Sotiris K. στο Νοέμβριος 14, 2003
Το χτύπημα ήταν δυνατό. Με το γόνατο στο μάτι και το αποτέλεσμα εμφανές. Μια τεράστια μελανιά. Μια ώρα πριν ξεκίνησε ο καυγάς και η κατάληξη ήταν «Πάμε έξω να καθαρίσουμε». Και βγήκαν.
Στο δρόμο προς την έξοδο ακολούθησαν και άλλοι. Περίεργοι, συμμετέχοντες στον καυγά, χαβαλετζήδες ….
Η σύγκρουσή τους είχε αρχίσει από καιρό, αλλά τώρα έσκασε. Της ζήτησε το λόγο γιατί την σχολίαζε με τους φίλους της και την κορόιδευε και εκείνη αντί άλλης απάντησης την αποκάλεσε κωλορωσίδα.
Πάνε πέντε χρόνια που ήρθανε από τη Γεωργία. Οι γονείς της, είχαν για χρόνια ζήσει στην υπερορία με το όνειρο της παλιννόστησης. Δούλεψαν, πάλεψαν, μόχθησαν, προσπάθησαν να δημιουργήσουν, αλλά η φλόγα της επιστροφής έκαιγε άσβεστη. Και όταν, επιτέλους, ήλθε το νόστιμον ήμαρ, η χαρά της οικογένειας, ήταν απερίγραπτη……
Οι δυσκολίες προσαρμογής τεράστιες, αλλά η θέληση και η αγάπη για την πατρίδα ήταν οι βασικοί αρωγοί και τα όπλα τους στον τιτάνιο αγώνα τους.
Και τώρα να. Να την αποκαλεί κωλορωσίδα. Ποιαν, αυτή που έζησε όλα της χρόνια με το όνειρο να ζήσει μέσα στην αγκαλιά της μητέρας πατρίδας. Αυτή που από τα 15 της, δουλεύει και πάει σχολείο, με σκοπό να προκόψει η ίδια, αλλά και να προσφέρει με τις μικρές της δυνάμεις στην χώρα της αυτά που μπορεί. Και ποια το κάνει; Αυτή, που το μόνο που ξέρει, είναι να ακκίζεται, να χαζογελάει και να ζητάει λεφτά από τον μπαμπά, που, αφού την έκανε, πρέπει να την ταΐζει. «Δηλαδή αν εγώ σε πω Κωλοελληνίδα θα σου αρέσει»; Τη ρώτησε.
«Εσύ δεν έχεις αυτό το δικαίωμα» της αντιγύρισε.
«Και γιατί δεν το έχω»;
«Γιατί εγώ είμαι άλλο».
Η λεκτική αντιπαράθεση συνεχίστηκε και έγινε σφοδρότερη. «
Πάμε έξω να τα πούμε», την προκάλεσε η άλλη.
«Να πάμε», συγκατάνευσε.
Προχωρώντας προς την έξοδο, το μάτι της πήρε την άλλη να καλεί του φίλους της να την ακολουθήσουν.
Στο πεζοδρόμιο, στάθηκαν η μια απέναντι στην άλλη.
«Ποια νομίζεις ότι είσαι και με βρίζεις»; Της επανέφερε το ερώτημα.
Η άλλη της άρπαξε τα χέρια.
Τα ελευθέρωσε και την άρπαξε από τα μαλλιά. Της κατέβασε το κεφάλι και με το γόνατο τη χτύπησε στο πρόσωπο.
Δυο περαστικοί τρέξανε να τις χωρίσουνε.
Δυο πιτσιρικάδες, χαμίνια του δρόμου, που πιο πριν πλακωνόντουσαν στο πεζοδρόμιο, σταμάτησαν το δικό τους καυγά. Το ρίγκ τους είχε καταληφθεί από άλλους. Άλλες για την ακρίβεια.
Και αυτό δε τους θύμιζε τις εικόνες, που, στη μέχρι τώρα μικρή τους ζωή, είχαν ξαναδεί…..
Δημοσιεύθηκε στο Μικρά Διηγήματα | Κανένα σχόλιο »
Δημοσιεύθηκε από Sotiris K. στο Νοέμβριος 12, 2003
Σύννεφα γέμισαν γρήγορα τον ουρανό. Άρχισε και ένα ψιλόβροχο. Οι δρόμοι πηγμένοι.
Οι άνθρωποι περπατάνε πιο γρήγορα από τα αυτοκίνητα. Φθινοπωριάτικη μέρα.
Τα καλοριφέρ άνοιξαν. Τα τζάκια κάπνισαν καίγοντας τα αποθηκευμένα καυσόξυλα. Και αυτά που τα πούλησε ο καρβουνάς της γειτονιάς, και που τα αφήνει εκτεθειμένα για πουλήσει στη τιμή του ξύλου και το νερό της βροχής.
Ο καστανάς φάνηκε. Πήρε τη θέση του καλαμποκά. Ή μήπως είναι ο ίδιος;
Ξένος είναι.
Ποιος καταδέχεται να κάνει αυτή τη δουλειά.
Το αγόρι φόρεσε το μπουφάν του και βγήκε.
Εκεί στην πλατεία τον περιμένουν οι φίλοι του. «Συμμορίες και μαλακίες», μουρμούρισε. Θα τους έδειχνε αυτός. Σιγά μην ακούσει τις παπαριές των καθηγητών του σχολείου. “Όλο μαλακίες λένε αυτοί. Σεβασμός δικαιώματα, κανόνες . Τι μαλακίες μου λετε ρε. Εγώ ξέρω ότι άμα σε πειράξουνε πρέπει να καθαρίσεις. Αλλιώς δεν είσαι άντρας. Όλοι το λένε. Εσείς οι μεγάλοι είσαστε χέστες. Και άμα τον καθαρίσεις, είσαι και μάγκας. Άσε που τ’ αρχίδια είναι και ξένοι. Να φύγουνε από δω. Μας παίρνουν τις δουλειές. Εμένα, ο παππούς μου στο χωριό, λέει ότι οι ξένοι βάζουν όρους, για να πάνε να του μαζέψουνε τις ελιές. Το Σαββατοκύριακο θα πάνε και η μάνα με τον πατέρα μου στο χωριό. Να μαζέψουνε και αυτοί ελιές. Χρειάζονται πολλά χέρια. Θα πάει και η αδερφή μου και ο μικρός μου αδερφός. Όχι βέβαια. Αυτοί δε θα μαζέψουν ελιές. Η αδερφή μου θα πάει, γιατί η μάνα μου υποψιάζεται ότι πηδιέται με ένα συμμαθητή της και θέλει, λέει να την προσέχει, αλλά η αδερφή μου έβαλε όρο ότι θα πάει μόνο αν ο πατέρας μου πάρει και το DVD μαζί για να δει έργα. Σιγά που θα χαλάσει τα χέρια της. Μετά τι θα λένε οι φίλες της; Και ο πιτσιρικάς είναι πολύ μικρός, λέει η μάνα μου, για να κάνει δουλειές. Θα πάει για να τον δει ο παππούς που έχει το όνομά του. Μαλακίες. Εγώ; Εγώ δεν πάω στο χωριό. Δεν έχει καφετέρια κοντά. Τι να πάω να κάνω …..»
Δημοσιεύθηκε στο Μικρά Διηγήματα | Κανένα σχόλιο »
Δημοσιεύθηκε από Sotiris K. στο Νοέμβριος 8, 2003
Άκουγε τον εαυτό της να μιλά. Να απευθύνει το λόγο προς τη παλιά της φίλη. Δεν την ένοιαζε παρουσία των άλλων. Ένιωθε τις λέξεις του λόγου της, να καρφώνονται στη δική της ψυχή. Λόγος απολογητικός. Εξομολογητικός. Εκ βαθέων.
Άκουγε τον εαυτό της να διηγείται το περιστατικό, όπως αυτή το βίωσε και παράλληλα παρακαλούσε, εκλιπαρούσε, τη γη να ανοίξει να την καταπιεί.
Ήθελε να μπορούσε, θεέ μου πόσο το ήθελε, να γυρίσει το χρόνο πίσω. Ω πόσο πολύ το ήθελε. Αλλά συνέχισε να μιλά.
Και να λέει πως «Ναι, βγήκα με το αγόρι σου. Ναι το παραδέχομαι. Ήξερα ότι δεν έκανα καλά. Δεν ήθελα να κάνω σχέση μαζί του αν και εκείνος μου το ζητούσε φορτικά. Με είχε ξετρελάνει η ιδέα ότι μπορούσε να μου άνοιγε την πόρτα, που θα με έμπαζε στον κόσμο που ονειρευόμουν. Η προοπτική αυτή αντιπροσώπευε ό,τι επιθυμούσα πιο πολύ. Ναι ξέρω ότι σε πρόδωσα. Και έχω την ανάγκη, θέλω να ζητήσω συγνώμη. Να με συγχωρέσεις, αν και δεν ήταν η πρώτη φορά που σε πρόδωσα. Θέλω τη συγνώμη σου, αλλά δεν ξέρω πώς να στο ζητήσω».
Τα δάκρυα βουβά δεν φάνηκαν καν στο πρόσωπό της. Όχι, δεν ήταν ο εγωισμός που δεν τα άφηνε.
Ποτάμι τρέχανε μέσα στη ψυχή της.
Γιατί εκεί, μέσα της, στη ψυχούλα της, είχε ανάγκη από το βάλσαμό τους.
Δεν ήθελε να δάκρυα για να την πιστέψουν οι άλλοι.
Τα είχε ανάγκη, μετά από δυο χρόνια, να της φέρουν την κάθαρση.
Alter pars.
Την άκουγε να μιλάει. Να της απευθύνει το λόγο, αλλά πιο πολύ να μονολογεί. Την άκουγε και μέσα της έβραζε.
Η ηλίθια. Ήθελε να της φαει το αγόρι. Δηλαδή δεν τα είχε ούτε εκείνη ακόμα μαζί του, αλλά θα τα φτιάχνανε οπωσδήποτε. Και νάτη τώρα που το παραδέχεται και μπροστά στους άλλους ότι βγήκε μαζί του.
Η βλαμμένη. Την είχε κάνει να κλάψει.
Την είχε προδώσει και ας λέει ότι δεν το έκανε επίτηδες. Ότι δεν είχε σκοπό και δεν τα έφτιαξε ποτέ μαζί του και ότι έβλεπε εκείνο το παιδί μόνο σαν το μέσον για το πέρασμά της στον φανταχτερό κόσμο που ονειρευότανε στα παιδικά της όνειρα.
«Και νάτη πάλι» σκέφτηκε, «τώρα βουρκώνει. Μιλάει και μέσα της κλαίει. Δεν μ αρέσει όμως που βουρκώνει. Δε θέλω να στεναχωριέται. Δε θέλω να κλαιει. Θέλω να είναι αδιάφορη. Θέλω να μπορώ να τη μισήσω, για να της δώσω μια γερή μπουνιά».
Δεν άντεξε. Γύρισε και μετά από τόσο καιρό της απηύθυνε το λόγο.
«Γιαυτό σε προκάλεσα» της είπε με θυμό στη φωνή της. «Για να με κάνεις να θυμώσω. Για να τα πάρω και να βρω τη δύναμη να σου δώσω μια μπουνιά. Μια σφαλιάρα. Μια σφαλιάρα, που στη φυλάω δυο χρόνια. Ναι δυο χρόνια. Και δε θέλω τη συγνώμη σου. Όχι δε θέλω να κλαις. Δε θέλω να ξαναμιλήσουμε, γιατί θα σκεφτώ πάλι αυτά που περάσαμε μαζί».
Σταμάτησε. Πήρε μια βαθιά αναπνοή και συνέχισε με πιο ήπιο τόνο αυτή τη φορά..
«Θα ξαναφέρω στο μυαλό μου, αυτά, που μας έκαναν να είμαστε οι πιο στενές φίλες. Οι αγαπημένες. Οι κολλητές. Και άμα τα κουβεντιάσουμε, θα αρχίσουμε και πάλι να κάνουμε παρέα. Και θα ξαναγίνουμε φίλες. Και φοβάμαι ότι θα με ξαναπληγώσεις. Ναι και γιαυτό ήθελα να σου δώσω τη σφαλιάρα. Γιατί νιώθω ότι με πρόδωσε αυτή, που ήταν ο δικός μου άνθρωπος. Με πρόδωσες, ενώ εγώ σε αγαπούσα και ακόμα σε αγαπάω».
Σταμάτησε. Η διακοπή έγινε πιο πολύ για να κρύψει το τρέμουλο στη φωνή της.
«Γιατί, ναι, σε αγαπάω βρε χαζό» συνέχισε βουρκωμένη και χαρούμενη σχεδόν και αυτή. «Δε θέλω να σε βλέπω να κλαις. Είσαι η πιο καλή φίλη, που είχα ποτέ. Και θέλω να είμαστε για πάντα φίλες».
Μέχρι εκεί έφτασε. Τα δάκρυα γίνανε ποτάμι στα μάγουλά της.
Και ήταν δάκρυα ανακούφισης….
Δημοσιεύθηκε στο Μικρά Διηγήματα | Κανένα σχόλιο »
Δημοσιεύθηκε από Sotiris K. στο Νοέμβριος 5, 2003
Μάτια όμορφα, αμυγδαλωτά. Κορμί φιδίσιο. Βάδισμα ελαφίνας.
Τζιν ξεφτισμένο, το Τ-shirt λευκό και πολυκαιρισμένο. Περνάει απέναντι στο δρόμο.
Σιγά μη περιμένει να ανάψει το πράσινο για τους πεζούς. Ανάλαφρα, με ένα τρέξιμο ανάλογο του ελαφίσιου περπατήματος κινείται ανάμεσα στο ποτάμι των αυτοκινήτων.
Φυσικά και δεν τους δίνει σημασία.
Ό,τι θέλει εκείνη κάνει. Η ζωή της ανήκει. Η ζωή είναι ωραία και τη χαίρεται.
Ακόμα και όταν τα καθημερινά είναι αταίριαστα. Ακόμα και όταν της την πέφτει ο λιγούρης ο απέναντι ή τη «φτύνει» ο παίδαρος του δίπλα μαγαζιού.
Ξέρει ότι αρέσει. Ξέρει ότι αυτή διαλέγει. Ξέρει ότι δεν θα χάσει, γιατί τους όρους του βάζει αυτή.
Δημοσιεύθηκε στο Μικρά Διηγήματα | Κανένα σχόλιο »
Δημοσιεύθηκε από Sotiris K. στο Νοέμβριος 5, 2003
Μάτια όμορφα, αμυγδαλωτά.
Κορμί φιδίσιο. Βάδισμα ελαφίνας.
Τζιν ξεφτισμένο, το Τ-shirt λευκό και πολυκαιρισμένο.
Περνάει απέναντι στο δρόμο. Σιγά μη περιμένει να ανάψει το πράσινο για τους πεζούς.
Ανάλαφρα, με ένα τρέξιμο ανάλογο του ελαφίσιου περπατήματος κινείται ανάμεσα στο ποτάμι των αυτοκινήτων.
Φυσικά και δεν τους δίνει σημασία.
Ό,τι θέλει εκείνη κάνει. Η ζωή της ανήκει. Η ζωή είναι ωραία και τη χαίρεται.
Ακόμα και όταν τα καθημερινά είναι αταίριαστα. Ακόμα και όταν της την πέφτει ο λιγούρης ο απέναντι ή τη «φτύνει» ο παίδαρος του δίπλα μαγαζιού.
Ξέρει ότι αρέσει. Ξέρει ότι αυτή διαλέγει.
Ξέρει ότι δεν θα χάσει, γιατί τους όρους του βάζει αυτή.
Δημοσιεύθηκε στο Μικρά Διηγήματα | Κανένα σχόλιο »
Δημοσιεύθηκε από Sotiris K. στο Νοέμβριος 4, 2003
Ένας βουβός λυγμός τράνταξε το στήθος της.
Έσκυψε το κεφάλι και προσπάθησε να συγκρατήσει το δάκρυ.
Δεν μπόρεσε. Ακολούθησαν και άλλα.
Πού να τα πει;
Ο περίγυρός της θα την άκουγε αν του μιλούσε. Πολλοί οι φίλοι και οι φίλες. Κι οι συγγενείς, αγαπημένοι. Αλλά τόσο καιρό τα κουβαλάει μόνη της.
Δικός της ο σταυρός δικός της και ο Γολγοθάς.
Με το γέλιο στο στόμα την αναγνωρίζουν όλοι.
Ο βράχος τους είναι, που ακουμπάνε.
Η ζωοδόχος πηγή τους, που τους δροσίζει.
Γιατί αυτή είναι η δυνατή. Πώς, σε ποιόν να μιλήσει για το αδιέξοδο που έχει περιέλθει; Έχει φίλους και τους έμαθε να στηρίζονται επάνω της.
Η ίδια δεν έμαθε να στηρίζεται αλλού.
Και το χρειάζεται τώρα.
Ο λυγμός έγινε κλάμα. Βουβό.
Δημοσιεύθηκε στο Μικρά Διηγήματα | Κανένα σχόλιο »